Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Η μάχη της Ματαράγκας Καρδίτσας 21 Μαρτίου 1878 - Ο ήρωας Γεώργιος Λάιος

Το 1876 η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, προσπαθώντας να φανεί αρεστή στην Αγγλία και να την έχει σύμμαχο στις μελλοντικές της διεκδικήσεις αρνήθηκε να συμμαχήσει με τη Σερβία και να κηρύξουν από κοινού τον πόλεμο κατά των Οθωμανών.

Αυτή όμως η προσπάθεια ουδέτερης στάσης βρήκε αρνητική απήχηση στην κοινή γνώμη της Ελλάδας, η οποία πίεσε προς την κρυφή δημιουργία μυστικών οργανώσεων και τη χρηματοδότηση εθελοντικών επαναστατικών σωμάτων σε συνεργασία με τους Έλληνες της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.

Έτσι δημιουργήθηκε η «Εθνική Άμυνα» και η «Αδελφική Ένωση», με δημιουργό και πρόεδρο το Λοχαγό του Πυροβολικού Κωνσταντίνο Ισχόμαχο.

Στις αρχές του 1878 η Ρωσία προέλασε νικηφόρα κατά της Τουρκίας και κατέλαβε την Αδριανούπολη. Στην Ελλάδα η κοινή γνώμη εξεγείρεται για μια ακόμη φορά και ζητά άμεση εμπλοκή της χώρας μας στον πόλεμο και εισβολή στη Θεσσαλία. Σχηματίζεται νέα κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, με Υπουργό Εξωτερικών τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Ήδη ένοπλα σώματα Ελλήνων επαναστατών ελευθερώνουν το Σμόκοβο και τη Ρεντίνα. Προς τα εκεί κατευθύνεται ο Λοχαγός Κωνσταντίνος Ισχόμαχος, για να οργανώσει καλύτερα τα άτακτα εθελοντικά σώματα, ελπίζοντας και στην επίθεση του ελληνικού στρατού.
Στο μεταξύ λήγει ο ρωσοτουρκικός πόλεμος με νίκη της Ρωσίας και υπογράφεται η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, που προέβλεπε ανεξαρτητοποίηση της Σερβίας, της Ρουμανίας και του Μαυροβουνίου και τη δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας, που ενσωμάτωνε την Ανατολική Ρωμυλία, τη Δυτική Θράκη και ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας. Ευτυχώς λίγους μήνες μετά στο Συνέδριο του Βερολίνου οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις αποφάσισαν να παραμείνει η Δυτική Θράκη και η Μακεδονία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Δημήτριος Τερτίπης
Αυτές οι ραγδαίες εξελίξεις δημιούργησαν νέο κύμα πίεσης της κοινής γνώμης προς την κυβέρνηση, που ανήγγειλε επιτέλους την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλία, απόφαση που έγινε δεκτή από το στρατό με ενθουσιασμό. 25.000 στρατιώτες ξεκινούν από τη Λαμία για να απελευθερώσουν τους Θεσσαλούς αδελφούς τους. Καθώς όμως η υπαναχώρηση της κυβέρνησης είναι πιθανή, ήδη από την ανακοίνωση της εισόδου οι Υπολοχαγοί Δημήτριος Τερτίπης και Γεώργιος Λάιος δηλώνουν ότι δεν προτίθενται να επιστρέψουν στην Ελλάδα ακόμη κι αν ανακληθεί ο στρατός.

Και ενώ ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε χωρίς αντίσταση τα χωριά στη περιοχή του Δομοκού και πολιόρκησε περίπου 1.200 Τούρκους στρατιώτες, που είχαν καταφύγει στο φρούριο, η αγγλική κυβέρνηση απείλησε με κυρώσεις την Ελλάδα, αν δεν ανακαλέσει το στρατό που εισέβαλε στη Θεσσαλία. Έτσι εκδόθηκε η αιφνίδια τηλεγραφική εντολή της επιστροφής του στρατού στη Λαμία, κάτι που προκάλεσε απογοήτευση, θυμό και αγανάκτηση στο στράτευμα. Όμως στους Έλληνες της περιοχής που φιλοξενούσε το στράτευμα η θλίψη ήταν απερίγραπτη. Σίγουρος θάνατος τους περίμενε, αν έφευγε ο ελληνικός στρατός και αφηνόταν στην εκδικητική μανία των Τούρκων.
Το μνημείο πεσόντων στη Ματαράγκα
Ήταν 27 Ιανουαρίου του 1878. Το στράτευμα ετοιμαζόταν να αποχωρήσει, όταν μια ομάδα με περίπου 20 Υπαξιωματικούς με αρχηγό τον Επιλοχία Δημήτριο Τερτίπη βγήκε από τις γραμμές και αρνήθηκε να αποχωρήσει. «Θα μείνωμεν ενταύθα ίνα υπερασπισθώμεν τους αδελφούς μας, τους κατοίκους, από την εκδίκησιν και την μάχαιραν των Τούρκων», δήλωσαν με θάρρος. Γύρω από τους υπαξιωματικούς συσπειρώθηκαν περίπου 150 στρατιώτες. Την επόμενη μέρα με 96 στρατιώτες συμπορεύτηκε με τον Δημήτριο Τερτίπη ο Επιλοχίας και φίλος του Γεώργιος Λάιος. Αυτοί οι ένθερμοι πατριώτες τότε χαρακτηρίστηκαν λιποτάκτες.

Ποτέ άλλοτε η λέξη λιποταξία δεν είχε τέτοια σημασία. Είναι άραγε λιποτάκτης αυτός που δεν υπακούει στη διαταγή υποχώρησης του στρατού από μια κυβέρνηση κι έναν βασιλιά που είναι υποχείριο των αγγλικών συμφερόντων στην Ελλάδα; Είναι άραγε λιποτάκτης αυτός που οδηγείται από τη δική του θέληση αποκλειστικά στην αυτοθυσία; Είναι λιποτάκτης αυτός που βάζει πάνω από την καριέρα του, πάνω από τη ζωή του, πάνω από την υπακοή του στους ανωτέρους του τη σωτηρία των συμπατριωτών του, που βάζει την εθνική απελευθέρωση πάνω από την όποια τιμωρία;

Greek insurgents in Thessaly, during the 1878 uprising.

Λέμε πολύ εύκολα κάποιες φορές τη λέξη ήρωας. Όμως στην περίπτωση των στρατιωτών και των Υπαξιωματικών που λιποτάκτησαν και μπήκαν στο Οθωμανικό έδαφος ο όρος «ήρωας» βρίσκει την πραγματική του αξία. Γιατί αυτοί έδειξαν τη φιλοπατρία τους μαζί με την εσωτερική τους, την ηθική ελευθερία.

Οι Τούρκοι συγκέντρωσαν μεγάλο αριθμό στρατιωτών και στις 21 Μαρτίου 1878 οδήγησαν τις δυνάμεις τους στην ευρύτερη περιοχή της Ματαράγκας, όπου υπήρχαν οι επαναστατημένοι Έλληνες.


Οι τουρκικές δυνάμεις:
Η δύναμη των τούρκων ήταν 4.500 πεζικάριοι, 600 ιππείς και τέσσερα ορεινά τηλεβόλα, με αρχιστράτηγο τον Χασάν Πασά της Καρδίτσας. Ο τουρκικός στρατός είχε παραταχθεί σε δύο σώματα: Το ένα από την πλευρά της Καρδίτσας και το άλλο από Καλυβάκια και Ερμήτσι, προερχόμενο από Λάρισα και Φάρσαλα. Φανερός στόχος τους, η περικύκλωση και εξόντωση των επαναστατών.

Types of Greek highland troops-7th corps of Eogones (1978)

Οι Ελληνικές δυνάμεις:

Στη Ματαράγκα βρίσκονται 40 άντρες με επικεφαλής το λοχία Λάζο. Το σώμα αυτό ενισχύθηκε, μόλις άρχισε η σύγκρουση, με δυο διμοιρίες στρατιωτών από Σοφάδες. Στον Πύργο Ματαράγκας βρίσκονται οι Δημήτριος Τερτίπης και Γεώργιος Λάιος, με το Σώμα των Υπαξιωματικών και των εθελοντών.

Στο Μπαταλάρ (Κυψέλη) βρίσκεται ο Δ. Σούτσος, με μικρή δύναμη. Στο Μασχολούρι διανυκτερεύει ο αρχηγός Κων. Ισχόμαχος. Συνολικά οι επαναστάτες διαθέτουν δύναμη 800 περίπου αντρών μόνο, η οποία όμως είναι εξαπλωμένη σε ευρύτατο μέτωπο, μέσα στον κάμπο. Ο άμαχος πληθυσμός έφυγε για τα ορεινά.

Η μάχη

Η μάχη άρχισε στις 5 το πρωί της 21ης Μαρτίου του 1878. Αμέσως ο Αρχηγός παρέταξε τα τμήματα του σε επίκαιρα σημεία.

Στέλνει τον Κοντογιάννη με το σώμα του για ενίσχυση της Ματαράγκας, το Σισμάνη να καταλάβει τη γέφυρα του Μοσχολουρίου, τον Καλαμαρά στο χωριό Γκέρμπεσι (Καρποχώρι) και ο ίδιος, με μια διμοιρία στρατιωτών, 40 εθελοντές και 11 γενναίους Χαλκιδιώτες, εγκαθιστά το αρχηγείο του στο Μογγολίνο λόφο, δίπλα στην Πετρομαγούλα.

Ο επιλοχίας Δημ. Τερτίπης, με 18 άντρες, καταλαμβάνει τη γέφυρα του Αμπάζ Αγά, θέση επίκαιρη αλλά τελείως ανοχύρωτη, για να ανακόψει την προέλαση του τουρκικού στρατού, που ερχόταν από την Καρδίτσα, και να παρεμποδίζει τις βολές των τηλεβόλων.

Ο λοχίας Γεώργιος Λάιος καταλαμβάνει το λόφο της Πετρομαγούλας και αναλαμβάνει την υπεράσπιση του.

The Greek uprising in Thessaly, 1878. Town and fort of Domokos, at that moment a frontier town.

Αυτή ήταν. με λίνα λόγια. η διάταξη της μάχης. η οποία προμηνυόταν φοβερή. Η μάχη επικεντρώθηκε σε τρία σημεία: α) Στη Ματαράγκα, όπου 80 επαναστάτες αντιμετώπιζαν 2000 πεζούς, 300 ιππείς και δύο τηλεβόλα, β) Στη γέφυρα Αμπάζ Αγά, όπου μαχόταν ο Δημ. Τερτίπης με 18 στρατιώτες, και γ) Στην Πετρομαγούλα Μογγολίνο, όπου ο Γ. Λάιος και άλλοι, με 60 περίπου άντρες, αντιμετώπιζαν τον κύριο όγκο του τουρκικού στρατού.

Στη Ματαράγκα εκτυλίχτηκαν σκηνές ανείπωτου ηρωισμού, αλλά, μπροστά στο χείμαρρο των εχθρικών επιθέσεων, οι επαναστάτες περί τις 9 το πρωί υποχώρησαν προς το χωριό Πύργος Ματαράγκας.

Στη γέφυρα του Αμπάζ Αγά, οι 18 του Τερτίπη, αφού έριξαν και την τελευταία σφαίρα του γκρα, συμπτύχθηκαν στην Πετρομαγούλα.

Στην κορυφή της Πετρομαγούλας ο Γ. Λάιος, με 16 άντρες, δίνει ομηρική μάχη, αντιμέτωπος με ένα τάγμα τουρκικού στρατού. Πάνω στον αγώνα ο γενναίος σωματάρχης πέφτει. Η Επανάσταση έχασε έναν από τους πιο αφοσιωμένους εργάτες της.

Ο κλοιός γύρω από την Πετρομαγούλα και το Μογγολίνο λόφο συνεχώς περισφίγγεται. Περί τις 4.30 το απόγευμα Έλληνες και Τούρκοι μάχονται σώμα με σώμα. Η μάχη γίνεται με τις ξιφολόγχες.

Τα πράγματα για τους Έλληνες ήταν πολύ άσχημα όταν σώμα 100 περίπου ανδρών φαίνεται σπεύδουν από Μοσχολουρίου.

Ο Δημ. Τερτίπης, στη θέα της ανέλπιστης αυτής βοήθειας διατάσσει αντεπίθεση. Και τότε μια φωνή, ανασπάσαντες τας ξίφολόγχας, ακράτητοι αντεπιτίθενται της Πετρομαγούλας οι ανδρείοι, κατά των προ μικρού επιτεθέντων αυτοίς εχθρών, οίτινες μη δυνάμενοι ν’ αντιοτώσι, ήρξαντο υποχωρούντες» (Μιλτιάδης Σεϊζάνης).

Η μάχη είχε κριθεί. Κατά τις 8 το βράδυ οι Τούρκοι άρχισαν να υποχωρούν κανονικά και οι Έλληνες επαναστάτες αποσύρθηκαν στα ριζά των Αγράφων. Η νίκη είχε ήδη κερδηθεί. Η λαϊκή μούσα ύμνησε αυτή τη μάχη και τον ηρωικό θάνατο του Γ. Λαίου με πολλά δημοτικά τραγούδια. Ένα από αυτά λέει:

«Κορίτσια Σοφαδίτικα, γυναίκες Μασκλουριώτσες φέτος να μην αλλάξετε, φέτος το Καλοκαίρι. Το Λάιο μας τον βάρεσαν στον Πύργο Ματαράγκας. Τον κλαίν’ οι νύχτες κ’ οι αυγές, τον κλαίν’ τα μεσημέρια,τον κλαίει κι η δόλια μάνα του…».

Οι πρωταγωνιστές














ΕΠΙΛΟΓΟΣ



Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ-ΠΕΤΡΟΜΑΓΟΥΛΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΧΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΟΔΟΔΕΙΚΤΕΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ

του Κώστα Καρδαρά

«Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί όντας ο κόσμος λείψει».
Βασίλης Μιχαηλίδης

Με την φράση «η Κύπρος κείται μακράν», ο αλήστου μνήμης γενάρχης της μεταπολιτευτικής φαυλοκρατίας, άφησε το 1974 την Κύπρο στο έλεος των Τούρκων επιδρομέων, παρά το αξιόμαχο των ελληνικών δυνάμεων, την πολύ μεγάλη τότε υπεροπλία μας συγκριτικά με την Τουρκία και παρά το γεγονός ακόμη, ότι η τουρκική αποβατική δύναμη βρισκόταν στο στόχαστρο των ελληνικών υποβρυχίων «τσέπης» και στην σαρωτική εμβέλεια των «Φάντομ» της Κρήτης, όπλων που τα τουρκικά μέσα της εποχής αδυνατούσαν να αναχαιτίσουν. Η Κυπριακή τραγωδία, στοίχειωσε το μεταπολιτευτικό καθεστώς που χτισμένο από τις στάχτες της τραγωδίας της, οδήγησε με χαρές και πανηγύρια μέσα από ένα όργιο διαφθοράς και εθνικής μειοδοσίας την Ελλάδα στο σημερινό της κατάντημα.

Σαν σήμερα, την 21η Μαρτίου 1878, έγινε η μάχη της Ματαράγκας-Πετρομαγούλας. Λιγότεροι από 200 Έλληνες επαναστάτες, οπλισμένοι με τον ατομικό τους οπλισμό μόνο, συνέτριψαν σε ολοήμερη μάχη τακτικό Τουρκικό στρατό 4500 ανδρών, με 600 ιππείς και 4 κανόνια. Η σημαντική νίκη των ελάχιστων Ελλήνων, μαζί με τις υπόλοιπες νίκες της επαναστάσεως του 1878, ήταν η απαρχή των εξελίξεων που οδήγησαν στην απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881. Στην μάχη αυτή μεταξύ των εθελοντών πολέμησε ο εθνικός ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης.

Δύο μέρες πριν, η Κυπριακή Βουλή, απηχώντας το διάχυτο λαϊκό αίσθημα, με ένα περήφανο ΟΧΙ, έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα στα νεοταξικά σχέδια. Ένα ΟΧΙ που δεν αξιωθήκαμε να ακούσουμε από τα ανδρείκελα που κατέχουν τους θώκους του ελλαδικού κράτους.

Η ιστορία του Ελληνισμού μέσα στις χιλιετηρίδες είναι μία καταγραφή των αποφασιστικών αγώνων ολιγάριθμων γενναίων και αποφασισμένων ενάντια στην πλημμυρίδα της απληστίας, του βαρβαρισμού και της ισοπέδωσης. Ένα νήμα που η αρχή του χάνεται στις αρχές της ιστορίας, περνάει από τον Μαραθώνα και τις Θερμοπύλες, την Κωνσταντινούπολη του 1453, το Μεσολόγγι του 1821, την Ελλάδα του 1940, την Κύπρο του 1955, τα χαρακώματα του 1974, το περήφανο ΟΧΙ του Τάσσου Παπαδόπουλου στο σχέδιο Ανάν, μόλις λίγα χρόνια πριν. Στο νήμα αυτό εναλλάσσονται οι μεγαλειώδεις στιγμές της ιστορίας μας, όπως η μάχη της Ματαράγκας που γιορτάζουμε σήμερα, και τελευταίοι κρατούν την άκρη του οι Κύπριοι αδελφοί και δάσκαλοί μας με το μεγαλειώδες τους ΟΧΙ στην νέα βαρβαρική εισβολή.

Ένα ιστορικό συνεχές που αποδεδειγμένα δεν περιλαμβάνει το ελλαδικό μεταπολιτευτικό κατεστημένο, από τον δήθεν «εθνάρχη» μέχρι τους σημερινούς ασπόνδυλους διαδόχους του. Αυτοί σίγουρα είναι «μακράν» της Ελληνικής ιστορίας και παραδόσεως, αυτοί είναι ξένοι του ελληνικού τρόπου ζην και αγωνίζεσθαι και σαν ξένο σώμα πρέπει το ταχύτερο να αποβληθούν.

Αντίθετα, η Κύπρος δεν είναι καθόλου μακριά. Είναι εδώ κοντά μας, δίπλα μας, μπροστά μας και φωτοδότρα δείχνει μια ακόμα φορά το δρόμο. Τον ίδιο δρόμο που διάβηκαν οι πολεμιστές της Ματαράγκας και οι μυριάδες των ηρώων του γένους μας. Τον δρόμο της αντιστάσεως και πολέμου στον ξένο εισβολέα και της παραδειγματικής τιμωρίας των πρακτόρων και τοποτηρητών του.

Ο ήρωας Γεώργιος Λάιος

Ένας ήρωας από το χωριό μας.Ο ηρωισμός του το 1878 στην μάχη της Ματαράγκας, όπου και σκοτώθηκε,ήταν η τελευταία πράξη της απελευθέρωσης της Θεσσαλίας από τους Τούρκους.

Οι παλιότεροι το ξέρουν, αλλά οι περισσότεροι νέοι ίσως το αγνοούν, ότι από το χωριό μας κατάγεται ένας ήρωας της Ελλάδας. Ήταν ένας από αυτούς πού με τον ηρωισμό του και την αυταπάρνηση του βοήθησαν στην απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τον τουρκικό ζυγό. Η τελευταία του μάχη ήταν η «Μάχη της Ματαράγκας» στις 21-3-1878 όπου και σκοτώθηκε. Ο τάφος του είναι στον λόφο «Πετρομαγούλα» κοντά στο χωριό Πύργος του Νομού Καρδίτσας. Τόπος εθνικού προσκυνήματος έχει γίνει ο τάφος του, ενώ η μέρα του θανάτου του καθιερώθηκε (η 21η Μάρτη, επέτειος της τελευταίας μάχης της Θεσσαλικής Επανάστασης του 1878), ως δημόσια εορτή τοπικής σημασίας για τη Θεσσαλία με εκδηλώσεις εορτασμού στο Νομό Καρδίτσας με το Π.Δ. 329/2003 (ΦΕΚ 276 Α’/5-12-2003). Κάθε χρόνο στον λόφο που είναι ο τάφος του γίνεται μεγάλος εορτασμός με την σταθερή παρουσία της Θρησκευτικής και Πολιτικής ηγεσίας της περιοχής. Το 2006 λάμπρυνε με την παρουσία του τον εορτασμό και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας.

Τα Βαλκάνια μπήκαν στο τελευταίο τέταρτο του προηγούμενου αιώνα αναστατωμένα. Σέρβοι, Βούλγαροι και Μαυροβούνιοι ξεσηκώθηκαν από το 1875 κατά της Τουρκίας.

Παρά τα εσωτερικά πολιτικά προβλήματα, ο Ελληνικός Στρατός προέλασε μέχρι το Δομοκό (στις 23 Ιανουαρίου 1878), κάτω όμως από την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων (ακόμη και της Ρωσίας) αναγκάστηκε να αποσυρθεί. Ο Ελληνισμός διερχόταν την κρισιμότερη καμπή του. Αυτό φάνηκε καθαρά πια με την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (αρχές Μαρτίου του 1878), η οποία αγνόησε εντελώς τα ελληνικά συμφέροντα.

Και έτσι, μετά τις χαμένες ευκαιρίες της “Οικουμενικής Κυβέρνησης” (με τον γηραιό Κωνσταντίνο Κανάρη), που δεν τόλμησε να βγάλει την Ελλάδα στον πόλεμο, και της κυβέρνησης Κουμουνδούρου, που δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την καταραμένη παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, οι τύχες του Ελληνισμού, για μια ακόμη φορά, μεταβιβάζονταν στους ώμους των υπόδουλων Ελλήνων.

Την εποχή λοιπόν που το επίσημο κράτος ήταν παγιδευμένο στα δίχτυα της δικής του ήπιων τόνων πολιτικής , και της ξένης διπλωματίας, οι Θεσσαλοί απόδημοι στην Αθήνα, με την ευθύνη μιας Επαναστατικής επιτροπής, άρχισαν στα ανοιχτά να δημιουργούν επαναστατικά σώματα για να μπουν στη Θεσσαλία. Και ο ντόπιος εδώ πληθυσμός ήταν πρόθυμος ν’ αρπάξει τα όπλα, χωρίς να σκέφτεται το ευπρόσβλητο των πεδινών κυρίως περιοχών, όπου υπήρχαν κέντρα των τουρκικών δυνάμεων. Η κατάσταση των ραγιάδων ήταν τραγική που οδηγούσε κατευθείαν σε γενική εξέγερση..

Οι ελπίδες των Ραγιάδων αναπτερώθηκαν, όταν το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 1878 αποβιβάστηκε από τη Σκιάθο στην απέναντι Πηλιορείτικη ακτή το πρώτο ένοπλο επικουρικό σώμα, που προέρχονταν από την ελεύθερη Ελλάδα. Ακολούθησε αποστολή και δεύτερου επαναστατικού σώματος, που συνενώθηκε με το πρώτο, και σε σύντομο χρονικό διάστημα σταλμένοι και ντόπιοι επαναστάτες σχημάτιζαν την πρώτη Επαναστατική Κυβέρνηση στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου. Η Επανάσταση αυτή, παρ’ όλο που δεν οργανώθηκε όσο έπρεπε και παρ’ όλο που ατύχησε - μετά τις πρώτες επιτυχίες - στην Ανατολική Θεσσαλία - κυρίως από έλλειψη έμπειρων αρχηγών, ωστόσο κράτησε ανοιχτό το θέμα και πίεσε υπέρ των δικαίων του Ελληνισμού την ξένη διπλωματία.

Ας πλησιάσουμε στο χώρο της Δυτικής Θεσσαλίας, όπου ο αγώνας έγινε με λιγότερα μέσα αλλά με σύμπνοια και πειθαρχία, και γι’ αυτό μπόρεσε να διατηρήσει τη φλόγα της Θεσσαλικής Επανάστασης, ώσπου να συγκληθεί το Ευρωπαϊκό Συνέδριο. Αξίζει εδώ να κάμουμε μια σκιαγράφηση των δύο σωματαρχών, των δύο επιλοχιών που πήραν επάνω τους ευθύνες στρατηγών:

Ο Δημήτριος Τερτίπης από πατέρα αγωνιστή Κυδωνιάτη και μητέρα Θεσσαλή, ήταν τότε τριάντα μόλις ετών, είχε αρρενωπό παράστημα και συνδύαζε μόρφωση με οξύτητα πνεύματος, ήταν ψυχωμένος και ικανός άνθρωπος.

Ο Γεώργιος Λάιος καταγόταν από το Παλαιοξάρι (σημερινή Ποτιδάνεια) της Δωρίδας. Αυτός είχε ηπιότερο χαρακτήρα, ήταν τρυφερός με αγνά αισθήματα και άνθρωπος που υπέτασσε τις προσωπικές φιλοδοξίες για το καλό της πατρίδας , ήταν κι αυτός μορφωμένος και τολμηρός. Τιμώμενος εξίσου για το σεμνό, τίμιο και ειλικρινή χαρακτήρα του, συνέβαλε τα μέγιστα στην καλή διοίκηση του σώματος των υπαξιωματικών.

Τερτίπης και Λάιος θα παραμείνουν για πάντα ονόματα συνδεδεμένα, σαν πολύτιμες μαργαρίτες, στην ίδια ένδοξη σελίδα, της νεότερης ιστορίας μας.

Αυτοί με τα παλικάρια τους ξεντρόπιασαν το 1878 την Ελλάδα, που ήταν τότε πελαγωμένη μέσα στην απραξία της, αντίθετα με το όλο βαλκανικό κλίμα. Και οι δύο αυτοί σωματάρχες, τίμιοι και αφιλοκερδείς, δόθηκαν κυριολεκτικά στην πατρίδα, σε κρίσιμες για την τύχη της στιγμές. Αρχηγός των επαναστατημένων Ελλήνων ήταν ένας λοχαγός Πυροβολικού ο Κωνσταντίνος Ισχόμαχος.

Η επανάσταση λοιπόν στην περιοχή, καίτοι σχεδόν εγκαταλελειμμένη και αβοήθητη, είχε σημαντικές επιτυχίες στην αρχή με τις αποφασιστικές νίκες και την κατάληψη της περιοχής Σοφάδων, Σέκλιζας και Μουζακίου (τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου).

Κρίσιμη και αποφασιστική για την όλη εξέλιξη της Επανάστασης και την Απελευθέρωση υπήρξε η γνωστή ως Μάχη της Ματαράγκας - Πετρομαγούλας (στην περιοχή του χωριού Πύργος Κιερίου) στις 21 Μαρτίου 1878.

Χάρη στον ηρωισμό το Λάιου και την εξαιρετική στρατηγικότητα του Τετρίπη, καθώς και στην αφοβία και γενναιότητα όλων των Σωματαρχών και ανδρών, η μάχη αυτή έγινε με τρόπο αξιοθαύμαστο.

Η Αγγλία όμως διείδε ότι η Επανάσταση αυτή, με κατάλληλη υποστήριξη, μπορούσε να τραβήξει πολύ και να συντελέσει σε ασφαλέστερη λύση του Ελληνικού ζητήματος προς βλάβη της φίλης της Τουρκίας, γι’ αυτό και μεθόδευσε την καταστολή της Επανάστασης. Χρειάστηκαν βέβαια τρία ακόμη χρόνια αγωνίας και διπλωματικών αγώνων, για να αξιοποιήσουμε το αίμα των ηρώων μας επώνυμων και ανώνυμων, που έπεσαν με το γλυκό όραμα μιας ελεύθερης Πατρίδας.

Ανάμεσά τους και το παλικάρι της Πετρομαγούλας ο Σωματάρχης Γεώργιος Λάιος. Τιμή στην ντόπια αγωνιστική παράδοση και παλικαριά, που κοσμεί μια Επανάσταση που μας έφερε τη λευτεριά.

Σε αυτό το τελευταίο ξεσήκωμα, η Θεσσαλική νεολαία έχει να δείξει την ζωντανή παρουσία της. Σχεδόν στο σύνολό της πάλεψε εδώ η σπουδαστική και φοιτητική νεολαία, που άφησε τα φοιτητικά έδρανα της Αθήνας, και έσπευσε στο κάλεσμα της Πατρίδας, μαζί με άλλους νέους του τόπου, και μαζί με λιποτάκτες στρατιώτες και υπαξιωματικούς των μεθοριακών φυλακίων. Για να μην παρεξηγηθεί μάλιστα το ευγενικό τόλμημα των τελευταίων, που δεν συμφωνούσε βέβαια με τη στρατιωτική πειθαρχία, έστειλαν, την ίδια μέρα της λιποταξίας τους, αναφορά στον αρχηγό Στρατού της Ανατολικής Ελλάδας. Σε αυτή την αναφορά - ανάμεσα στα άλλα - γράφηκαν και τα εξής: «Θα μείνωμεν, ίνα κατά δύναμιν προστατεύσωμεν αυτούς, κατά (=από) των εξαγριωθεισών μουσουλμανικών ορδών, μέχρις ότου, εν Ευρωπαϊκώ Συνεδρίω, διατεθήσεται η τύχη των δούλων ημών αδελφών, θέλομεν δε ευπειθώς προσέλθει εις τα ημετέρας αρχές, πρόθυμοι να υποστώμεν οιανδήποτε επιβληθησομένην ποινήν». Ο Λάιος όμως και μερικοί άλλοι δεν πρόφτασαν να απολογηθούν στο Στρατοδικείο, γιατί στο μεταξύ είχαν πάρει το δρόμο της Αθανασίας.

Η δύναμη των Τούρκων ήταν 4.500 πεζικάριοι, 600 ιππείς και τέσσερα ορεινά τηλεβόλα, με αρχιστράτηγο τον Χασάν Πασά της Καρδίτσας. Ο τουρκικός στρατός είχε παραταχθεί σε δύο σώματα: Το ένα από την πλευρά της Καρδίτσας και το άλλο από Καλυβάκια και Ερμήτσι, προερχόμενο από Λάρισα και Φάρσαλα. Φανερός στόχος τους, η περικύκλωση και εξόντωση των επαναστατών.

Οι ελληνικές δυνάμεις: Στη Ματαράγκα βρίσκονται 40 άντρες με επικεφαλής το λοχία Λάζο. Το σώμα αυτό ενισχύθηκε, μόλις άρχισε η σύγκρουση, με δυο διμοιρίες στρατιωτών από Σοφάδες. Στον Πύργο Ματαράγκας βρίσκονται οι Δημήτριος Τερτίπης και Γεώργιος Λάιος, με το Σώμα των Υπαξιωματικών και των εθελοντών.

Στο Μπαταλάρ (Κυψέλη) βρίσκεται ο Δ. Σούτσος, με μικρή δύναμη. Στο Μασχολούρι διανυκτερεύει ο αρχηγός Κων. Ισχόμαχος. Συνολικά οι επαναστάτες διαθέτουν δύναμη 800 περίπου αντρών μόνο, η οποία όμως είναι εξαπλωμένη σε ευρύτατο μέτωπο, μέσα στον κάμπο. Ο άμαχος πληθυσμός έφυγε για τα ορεινά.

Η μάχη άρχισε στις 5 το πρωί της 21ης Μαρτίου του 1878. Αμέσως ο Αρχηγός παρέταξε τα τμήματα του σε επίκαιρα σημεία.

Στέλνει τον Κοντογιάννη με το σώμα του για ενίσχυση της Ματαράγκας, το Σισμάνη να καταλάβει τη γέφυρα του Μοσχολουρίου, τον Καλαμαρά στο χωριό Γκέρμπεσι (Καρποχώρι) και ο ίδιος, με μια διμοιρία στρατιωτών, 40 εθελοντές και 11 γενναίους Χαλκιδιώτες, εγκαθιστά το αρχηγείο του στο Μογγολίνο λόφο, δίπλα στην Πετρομαγούλα.

Ο επιλοχίας Δημ. Τερτίπης, με 18 άντρες, καταλαμβάνει τη γέφυρα του Αμπάζ Αγά, θέση επίκαιρη αλλά τελείως ανοχύρωτη, για να ανακόψει την προέλαση του τουρκικού στρατού, που ερχόταν από την Καρδίτσα, και να παρεμποδίζει τις βολές των τηλεβόλων.

Ο λοχίας Γεώργιος Λάιος καταλαμβάνει το λόφο της Πετρομαγούλας και αναλαμβάνει την υπεράσπιση του.

Αυτή ήταν. με λίνα λόγια. η διάταξη της μάχης. η οποία προμηνυόταν φοβερή. Η μάχη επικεντρώθηκε σε τρία σημεία: α) Στη Ματαράγκα, όπου 80 επαναστάτες αντιμετώπιζαν 2000 πεζούς, 300 ιππείς και δύο τηλεβόλα, β) Στη γέφυρα Αμπάζ Αγά, όπου μαχόταν ο Δημ. Τερτίπης με 18 στρατιώτες, και γ) Στην Πετρομαγούλα Μογγολίνο, όπου ο Γ. Λάιος, με 60 περίπου άντρες, αντιμετώπιζαν τον κύριο όγκο του τουρκικού στρατού.

Στη Ματαράγκα εκτυλίχτηκαν σκηνές ανείπωτου ηρωισμού, αλλά, μπροστά στο χείμαρρο των εχθρικών επιθέσεων, οι επαναστάτες περί τις 9 το πρωί υποχώρησαν προς το χωριό Πύργος Ματαράγκας.

Στη γέφυρα του Αμπάζ Αγά, οι 18 του Τερτίπη, αφού έριξαν και την τελευταία σφαίρα του γκρα, συμπτύχθηκαν στην Πετρομαγούλα.

Στην κορυφή της Πετρομαγούλας ο Γ. Λάιος, με 16 άντρες, δίνει ομηρική μάχη, αντιμέτωπος με ένα τάγμα τουρκικού στρατού. Πάνω στον αγώνα ο γενναίος σωματάρχης πέφτει. Η Επανάσταση έχασε έναν από τους πιο αφοσιωμένους εργάτες της.

Ο κλοιός γύρω από την Πετρομαγούλα και το Μογγολίνο λόφο συνεχώς περισφίγγεται. Περί τις 4.30 το απόγευμα Έλληνες και Τούρκοι μάχονται σώμα με σώμα. Η μάχη γίνεται με τις ξιφολόγχες.

Τα πράγματα για τους Έλληνες ήταν πολύ άσχημα όταν «... σώμα 100 περίπου ανδρών φαίνεται σπεύδουν από Μοσχολουρίου».

Ο Δημ. Τερτίπης, στη θέα της ανέλπιστης αυτής βοήθειας διατάσσει αντεπίθεση. Και τότε μια φωνή, ανασπάσαντες τας ξίφολόγχας, ακράτητοι αντεπιτίθενται της Πετρομαγούλας οι ανδρείοι, κατά των προ μικρού επιτεθέντων αυτοίς εχθρών, οίτινες μη δυνάμενοι ν’ αντισταθώσι, ήρξαντο υποχωρούντες»

Η μάχη είχε κριθεί. Κατά τις 8 το βράδυ οι Τούρκοι άρχισαν να υποχωρούν κανονικά και οι Έλληνες επαναστάτες αποσύρθηκαν στα ριζά των Αγράφων. Η νίκη είχε ήδη κερδηθεί. Η λαϊκή μούσα ύμνησε αυτή τη μάχη και τον ηρωικό θάνατο του Γ. Λαίου με πολλά δημοτικά τραγούδια.

Πηγές: