Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΚΑΡΔΙΤΣΑ-ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ:Ιερά Μονή Αγίας Τριάδας Δρακότρυπας

Ιερά Μονή Αγίας Τριάδας Δρακότρυπας-Φωτο:http://monastery-trips.blogspot.gr/
 Ι.Μ. Αγίας Τριάδος είναι κτισμένη στις πλαγιές του όρους Οξυά, σε υψόμετρο 800μ., νοτιοδυτικά του χωριού Δρακότρυπα. Από το άλλοτε μοναστηριακό συγκρότημα σήμερα σώζεται μόνο το κα-θολικό.
Ο ναός ανήκει στο τετρακιόνιο Αθωνίτικο τύπο και φέρει νάρθηκα στη δυτική του πλευρά. Η μόνη αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι η ανατολική κεραία του σταυρού προχωρά και εφάπτεται της κόγχης του Ιερού.
Τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία για την μονή είναι περιορισμένα και προέρχονται κυρίως από ένα πατριαρχικό σιγίλιο του 1743, που την καθιστά σταυροπηγιακή. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, υπήρχε ήδη στην ίδια θέση ένα «πτωχόν μοναστηράκι» τιμώμενο επ' ονόματι της Αγίας Τριάδος το οποίο, λόγω της εγκατάλειψης και της φθοράς του χρόνου, είχε μεταβληθεί σε ερείπια. Οι κάτοικοι του χωριού, όμως, έκτισαν με δικά τους έξοδα ένα καινούριο και φρόντισαν να επανδρωθεί με τρεις μοναχούς.
Στην ανέγερση αναφέρεται και μία επιγραφή σε φορητή εικόνα του 1758, όπου διεκτραγωδούνται οι δυσκολίες που ενέσκηψαν και τις οποίες ξεπέρασαν ο ηγούμενος Ιωσήφ μαζί με τον ιερομόναχο Διονύσιο.
Για την μετέπειτα ιστορία της μονής δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες εκτός από επιστολή των μοναχών προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στα 1797, με την οποία ζητούν προστασία ως προς τη διαμάχη τους με τους ντόπιους και τις οικονομικές αυθαιρεσίες Τούρκων σπαχήδων. Μετά από δεκαετίες εγκατάλειψης, σήμερα στη μονή διαβιεί μοναστική κοινότητα υπό τη γερόντισσα Ευφημία.
Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή, η ιστόρηση του ναού έγινε το 1758, με έξοδα του ηγουμένου Ιωσήφ και του μοναχού Διονυσίου, από το ζωγράφο Θεόδωρο Ιερέα από την Αγιά Λάρισας. Επίσης αναφέρονται τα ονόματα οκτώ μοναχών, στοιχείο που δείχνει μία ζώσα και δυναμική μοναστική κοινότητα.
Ως προς το ζωγράφο δεν υπάρχει κάποιο άλλο ενυπόγραφο έργο του. Μία ομάδα, όμως, μνημείων συγγενεύουν εικονογραφικά και τεχνοτροπικά με τη ζωγραφική του. Με βάση αυτό έχει ήδη διαπιστωθεί η σημαντική θέση του Θεοδώρου εντός ενός Εργαστηρίου ζωγραφικής που προσδιορίστηκε από τη σύγχρονη έρευνα ως «Εργαστήριο της Αγιάς».
Το μεγάλο μέγεθος του μνημείου επέτρεψε στο ζωγράφο να αναπτύξει ένα εκτεταμένο, εικονογραφικό πρόγραμμα, με εξαιρετική σαφήνεια και συνοχή. Οι τοιχογραφίες σώζονται στο μεγαλύτερο τμήμα τους σε αρκετά καλή κατάσταση, εκτός από ένα τμήμα, στη δυτική κεραία, που έχει καταπέσει.

Στο εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού, εκτός των καθιερωμένων σκηνών Ευχαριστιακού περιεχομένου στο Ιερό περιλαμβάνονται ο Χριστολογικός και ο Θεομητορικός κύκλος, που κυρίως αναπτύσσονται στις κεραίες του σταυρού, ο Ακάθιστος Ύμνος, ο βίος του Προδρόμου, θέματα της Παλαιάς Διαθήκης και σκηνές όπως η Αναστήλωση των εικόνων.
Στο νάρθηκα ιστορούνται οι Αίνοι, μαρτύρια αγίων, οι Κοιμήσεις των Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Εφραίμ του Σύρου καθώς και σκηνές όπως η Ζωοδόχος Πηγή και η Εύρεση του Θησαυρού της μονής Δοχειαρίου.
Ο Θεόδωρος εφάρμοσε στην διακόσμηση του καθολικού το καθιερωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα για ναούς παρόμοιας αρχιτεκτονικής, όπως το συναντούμε σε καθολικά των Μονών του Αγίου Όρους και των Μετεώρων, αλλά και σε ναούς του 17ου αιώνα στην περιοχή των Αγράφων. Η προσπάθειά του αυτή δεν οδήγησε, όμως, σε πιστή αντιγραφή αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως μία επιτυχημένη προσαρμογή, σύμφωνη με τις όποιες αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες του μνημείου.
Εξαίρεση στη διαπίστωση αυτή αποτελεί ένα τμήμα του εικονογραφικού προγράμματος του τρούλλου. Πρόκειται για  την απεικόνιση προσχισματικών Παπών η οποία έλκει την καταγωγή από μνημεία της Ρουμανίας, καθώς εκεί εικονίζονται ήδη από τον 16ο αιώνα. Η τονιζόμενη από το χώρο απεικόνισης παρουσία τους εντάσσεται σε ένα γενικότερο αντιπαπικό κλίμα της εποχής. 

Ο Θεόδωρος παρουσιάζει μία πολυσυλλεκτικότητα και έναν εκλεκτισμό όσον αφορά τους εικονογραφικούς τύπους των σκηνών που προέρχεται από ένα ευρύ φάσμα επιρροών, αποδιδόμενα σε ένα ομοιογενές τεχνοτροπικά σύνολο. Η ίδια παρατήρηση ισχύει και για τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά του έργου. Στον εντοίχιο διάκοσμο αντιπροσωπεύεται τόσο η συνέχεια παλαιότερων τάσεων όσο και η πορεία προς μία σταδιακή υιοθέτηση αισθητικών αντιλήψεων που προέρχονται από τη δυτική τέχνη, χωρίς όμως να χάνεται η ορθόδοξη ταυτότητα του έργου.
Όλα αυτά τα στοιχεία, εικονογραφικά και τεχνοτροπικά δημιουργούν ένα καλλιτεχνικό σύνολο με ίδια και σαφώς αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά. Η σύνδεση, μάλιστα, του έργου του Θεοδώρου με μία σειρά εντοίχιων συνόλων που εντοπίζονται κυρίως στην περιοχή της Θεσσαλίας, της Ημαθίας και της Πιερίας, τα οποία εκτείνονται χρονικά από το 1734 έως το 1810 προσδιορίζει την σημαντική θέση του ζωγράφου εντός του «Εργαστηρίου της Αγιάς» αλλά και την παιδεία του.
Τα παραπάνω δεδομένα δεν μαρτυρούν μόνο την αλλοτινή σημασία της μονής αλλά και τη σημερινή της καθώς, μεταξύ των άλλων, εκεί διαφυλάσσεται ένα από τα πλέον σημαντικά εικονογραφικά σύνολα του 18ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ιωάννης Τσιουρής, Η ζωγραφική του καθολικού της Μονής Γηρομερίου Θεσπρωτίας (1577 - 1590). Συμβολή στη μελέτη της εντοίχιας ζωγραφικής του 16ου αιώνα στην Ήπειρο, Αθήνα 2011
Ιωάννης Τσιουρής, «Τοιχογραφημένα μνημεία του 18ου αιώνα στην περιοχή των Αγράφων», Πρακτικά 1ου Αρχαιολογικού Έργου Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας (Βόλος 27/2-2/3/ 2003),  τ. 1, Βόλος 2006, 509-527.