Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Οι καραγκούνηδες του Θεσσαλικού κάμπου

Με τους καραγκούνηδες του Θεσσαλικού κάμπου ασχολήθηκαν πολλοί συγγραφείς και έγιναν πολλές συζητήσεις. Παρόλο που υπάρχουν πολλές απόψεις, για την προέλευση του όρου «Καραγκούνης», το θέμα παραμένει ανοιχτό και η παραγωγή της λέξης «καραγκούνης» ακόμα και στις ημέρες μας αποτελεί ένα αίνιγμα. Περιληπτικά αναφέρουμε μόνο τις κυριότερες απόψεις που διατυπώθηκαν κατά καιρούς:..

 α). Μερικοί υποστηρίζουν ότι η παραγωγή της λέξης καραγκούνης προέρχεται  από το τουρκικό kara = μαύρος, μαυριδερός, μελαχρινός και το αρβανίτικο γκούν = σιγκούνα, δηλ. μαύρο ένδυμα.

 β). Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι έγινε από το τούρκικο kara  και από το λατινικό gunna = γούνα, δηλαδή μαύρη γούνα.

γ). Κατ΄ άλλους η λέξη προέρχεται από το kara και Yunan = Έλληνας,  Τούρκος (μαύρος), καθαρός Έλληνας ή μαύρος Έλληνας. Με τα ονόματα Γιουνάν και Γιουνανιστάν, που παραλήφθηκαν από τους άλλους γειτονικούς λαούς, ονομάζονται και σήμερα από τους Πέρσες και Τούρκους, οι Έλληνες και η Ελλάδα.

δ). Τέλος υποστηρίζεται και η άποψη ότι ή λέξη προέρχεται από τις  αρχαιοελληνικές λέξεις κάρα = κεφαλή και το ρήμα κινώ, από το γεγονός ότι ο καραγκούνης είναι ολιγόλογος και απαντά συνήθως στις ερωτήσεις με το κούνημα της κεφαλής. Το κούνημα του κεφαλιού στο διάλογο δεν αποτελεί προνόμιο μόνο των Καραγκούνηδων, αλλά των ανθρώπων όλου του κόσμου. Πολλές φορές οι άνθρωποι συνεννοούνται καλύτερα με τη γλώσσα του σώματος και τα νοήματα, παρά με τις λέξεις.


Οι καραγκούνηδες είναι η ενότητα του Ελληνικού αγροτικού πληθυσμού με ευδιάκριτα (κυρίως στο παρελθόν) κοινωνικά και πολιτιστικά γνωρίσματα, η οποία κατοικεί κατ’ εξοχήν στη δυτική λεκάνη της Θεσσαλικής πεδιάδας στους νομούς Καρδίτσας και Τρικάλων. Ο Γ. Καββαδίας γράφει για την καταγωγή τους : "Οι καραγκούνηδες είναι Έλληνες μ’ ένα ιδιαίτερο λαϊκό πολιτισμό ομοιογενή και εξωτερικά διακριτό, όμως δεν είναι βέβαιο και κανείς δεν ξέρει μ’ επιστημονική ακρίβεια, πότε, πώς και γιατί διαφοροποιήθηκαν από τους άλλους Έλληνες και κάτω από ποιες συνθήκες ανέπτυξαν τον  πολιτισμό τους. Η ιδιαιτερότητά τους τονίζεται και από την ύπαρξη ακριβώς της ιδιαίτερης ονομασίας που είναι πάντως δύσκολο να ετυμολογηθεί δεδομένου ότι οι ετυμολογίες που έχουν προταθεί δεν κρίνονται ικανοποιητικές".Και συνεχίζει, "μερικοί υποστηρίζουν ότι η ονομασία τους προέρχεται από το γεγονός ότι φορούσαν επενδύτες από μαύρο δέρμα προβάτου, δηλαδή μαύρη γούνα και σε παραφθαρμένα Τούρκικα  καρά – γκούνα πράγμα που τους έμεινε σαν παρωνύμιο". 

Σύμφωνα με την γνώμη άλλων, οφείλουν την ονομασία τους στη συνήθεια να κουνούν το κεφάλι τους μιλώντας. Αυτός που κουνάει την κάρα (κεφαλή) ονομάστηκε Καραγκούνης. Περιττό να τονίσουμε ότι και οι δυο αυτές ερμηνείες δεν έχουν κανένα επιστημονικό αντίκρισμα. Από ότι γνωρίζουμε οι καραγκούνηδες δεν φορούσαν κάποιο ένδυμα από δέρμα ζώου. Οι άνδρες και τα παιδιά φορούσαν το «σάκο», που κατασκευαζόταν από μάλλινο ύφασμα (σκουτί) που το ύφαιναν στον αργαλειό. Οι μεγαλύτερες γυναίκες φορούσαν το «φλουκάτο» και τη «σιγκούνα» που επίσης ήταν μάλλινα. Γούνα από δέρματα ζώων χρησιμοποιούσαν μόνο οι τσοπάνηδες, για προστασία από το κρύο και για σκέπασμα κατά τη διάρκεια του ύπνου, που όμως δεν ήταν μαύρη, αλλά άσπρη. Κατασκευαζόταν από κατεργασμένα δέρματα μικρών αρνιών (αρνιακά) και ραβόταν με κερωμένο σπάγκο, έτσι ώστε το δέρμα να είναι προς τα έξω και το μαλλί του δέρματος προς τα μέσα. Η γούνα ήταν μακριά και τα μανίκια της ήταν εικονικά, δηλαδή δεν περνούσαν μέσα τα χέρια. Την έριχναν στους ώμους. Το εξωτερικό χρώμα ήταν λευκό και το εσωτερικό της μαύρο, λευκό ή ασπρόμαυρο, ανάλογα με το χρώμα που είχαν τα αρνιά.


Ο Κώστας Κρυστάλλης, συσχετίζει του μόνιμους καραγκούνηδες του Θεσσαλικού κάμπου, με τους Αρβανιτοκαραγκούνηδες ή Αρβανιτόβλαχους της Ηπείρου. Η άποψη αυτή δεν είναι πειστική γιατί οι πρώτοι ήταν  πάντα γεωργοί και οι δεύτεροι νομάδες και σκηνίτες.

            Η Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Χάρη Πάτση, τ. 15, και στο λήμμα Καραγκούνης, αναφέρει τα εξής: «Συνήθως στον πληθυντικό οι Καραγκούνηδες. Έλληνες πεδινοί γεωργοί, κάτοικοι της Θεσσαλίας, σε αντίθεση με τους Κουτσοβλάχους και Σαρακατσαναίους. Οι Καραγκούνηδες αποτελούν πληθυσμιακές ομάδες πεδινών περιοχών της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Ακαρνανίας και είναι απόγονοι πιθανώς των αρχαίων Θεσσαλών Πενεστών. Η εθνολογική διάκριση των ομάδων αυτών εμφανίστηκε στους τελευταίους αιώνες και ονομάστηκαν έτσι από τη σύνθεση των λέξεων κάρα και γκούνα (μαύρη γούνα) ή από τις λέξεις κάρα και Γιουνάν (μαύρος Έλληνας). Στην Ήπειρο ως Καραγκούνηδες χαρακτηρίζονται οι νομάδες, ποιμένες και ιδιαίτερα οι Αρβανιτόβλαχοι. Γενικά όμως Καραγκούνηδες ονομάζονται οι άνθρωποι της υπαίθρου. Στην Ακαρνανία φέρονται ως Καραγκούνηδες οι κάτοικοι των χωριών Γουριώτισσας, Παλαιμενάνης, Αγραμπέλου, Οχθίων και Στράτου. Γενικότερα πρόκειται για ανθρώπους που είναι ολιγαρκείς, επιδέξιοι ιππείς και καλοί πεζοπόροι. Οι Καραγκούνηδες ήσαν αρχικά  ακτήμονες και ως το 1910 εργάζονταν υπό συνθήκες δουλοπαροικίας».

Από εθνολογική έννοια η ονομασία «Καραγκούνηδες»  απαντάται για πρώτη φορά τους τελευταίους αιώνες. Ο Κεκαυμένος[1]  (αξιωματικός του Βυζαντίου, 11ος αιώνας μ. Χ.) που αναφέρεται στην εξέγερση των Λαρισαίων[2] (1066 μ.Χ.), ονομάζει τους λαούς της Θεσσαλίας «Βλάχους», ο δε Λαόνικος Χαλκοκονδύλης[3], (1423-1490) αναφερόμενος στους λαούς της Ηπειροθεσσαλίας και το όνομα «Καραγκούνηδες» αναφέρει ότι πουθενά δεν χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς της Βυζαντινής εποχής. Και η Άννα η Κομνηνή[4] (1083-1148) δεν κάνει χρήση του  χαρακτηρισμού αυτού. Επομένως ο χαρακτηρισμός αυτός δόθηκε αργότερα και οπωσδήποτε μετά το 1490 μ.Χ.

Ο Χαρίλαος Ντούλας[5] στο βιβλίο του με τίτλο «οι καραγκούνηδες της Θεσσαλίας» και στη σελίδες 516-517 αναφέρει ότι ο όρος καραγκουνιά είναι γνωστός από τις αρχές του 17ου αιώνα, ο δε όρος καραγκούνηδες απαντά οπωσδήποτε το 18ο αιώνα. Είναι δε καραγκούνηδες όλοι οι ελληνόφωνοι πεδινοί γεωργοί της Θεσσαλίας και κατεξοχήν οι δυτικοθεσσαλοί, οι οποίοι διαχωρίζονται από τους Βλάχους και Αρβανιτόβλαχους νομάδες Καραγκούνηδες λόγω της ελληνοφωνίας και γι’ αυτό ονομάζονται Έλληνες από τους περισσότερους συγγραφείς και Γκρέτσι, δηλαδή Έλληνες, από τους σύνοικούς τους Ελληνοβλάχους. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζει μια συγκριτική, ιστορική, γλωσσολογική και λαογραφική μελέτη για τους καραγκούνηδες της Θεσσαλίας. Ειδικότερα αναφέρεται σε αυτούς της Δυτικής Θεσσαλίας σε σχέση με τους Αλβανούς, τους Έλληνες Αρβανίτες, τους Κουτσόβλαχους και Αρβανιτόβλαχους και με τους Σλάβους και τους Βουλγάρους. Η μελέτη είναι στηριγμένη σε εκτενή βιβλιογραφία και πρωτογενές γλωσσικό και λαογραφικό υλικό. Στο πόνημα αυτό απορρίπτει μία προς μία τις ανιστόρητες και αστήριχτες απόψεις μερικών ερευνητών και αποδεικνύει ότι οι καραγκούνηδες είναι τόσο Έλληνες όσο όλοι οι Θεσσαλοί και οι άλλοι κάτοικοι των γειτονικών περιοχών της Θεσσαλίας. 
Οι Καραγκούνηδες δεν είναι Βλάχοι, Αρβανιτόβλαχοι, Κουτσόβλαχοι, εξελληνισμένοι Αλβανοί και Αρβανίτες. Η μελέτη της γλώσσας, των ηθών και εθίμων και ο τρόπος της ζωής τους δείχνει ότι είναι γηγενείς στο χώρο της Δυτικής Θεσσαλίας και όχι μεταφερμένοι από άλλες περιοχές. Μέσα από το καραγκούνικο δυτικοθεσσαλικό γλωσσικό ιδίωμα, αποδεικνύεται το στοιχείο της εθνικής ταυτότητας. Ο συγγραφέας τονίζει ότι επιβάλλεται η ανίχνευση του παρελθόντος μέσα από τη Λαογραφία. Με βάση αυτό το δεδομένο παρουσιάζει πολλά τραγούδια, κάλαντα, μοιρολόγια, ήθη και έθιμα των Αλβανών, Ελλήνων Αρβανιτών και Βλάχων τα οποία αντιπαραβάλλει με τα αντίστοιχα των Καραγκούνηδων. Διαπιστώνει ότι αρκετά λαογραφικά στοιχεία των Καραγκούνηδων σχετίζονται με το βυζαντινό και αρχαιοελληνικό ακόμη παρελθόν. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι καραγκούνηδες της Θεσσαλίας συνεχίζουν μια παράδοση αιώνων που ξεκινάει από την αρχαία Ελλάδα, διατηρείται ακμαία στο Βυζάντιο και  φτάνει αλώβητη μέχρι τις μέρες μας.  

Από όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι οι Καραγκούνηδες αποτελούν ξεχωριστό κομμάτι μέσα στον Ελληνικό χώρο. Αποτελούν ομοιογενή πολιτιστική και κοινωνική ομάδα, εγκαταστημένη στα πεδινά χωριά της Δυτικής Θεσσαλίας, που ξεχώριζε με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, όπως ο δικός της τύπος ενδυμασίας, ο γάμος μεταξύ των μελών της ομάδας τους και με άλλες δικές της συνήθειες. Η μελέτη των ηθών και εθίμων, της γλώσσας, της ενδυμασίας και του τρόπου ζωής τους δείχνει ότι είναι μόνιμοι κάτοικοι στο χώρο της Δυτικής Θεσσαλίας και δεν έχουν μεταφερθεί από άλλες περιοχές. Η ωραιότατη στολή και μόνο της καραγκούνας με τα πανάρχαια ελληνικά σύμβολα που φέρει κεντημένα σε διάφορα εξαρτήματα, αποτελεί σοβαρή απόδειξη για την ιθαγένεια των καραγκούνηδων και την Ελληνική τους ρίζα.

Οι κάτοικοι του κάμπου (καραγκούνηδες) από την αρχαιότητα μέχρι τα τελευταία χρόνια, που απόχτησαν ιδιοκτησία, ανήκαν αποκλειστικά στον γαιοκτήμονα ή τσιφλικά, χωρίς να έχουν ελευθερία και δικαιώματα, αν και αποτελούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων της Θεσσαλίας. Ακόμα και όταν τα κτήματα αυτά, άλλαζαν γαιοκτήμονα ή τσιφλικά, οι καλλιεργητές τους, ως υποτακτικοί, μεταβιβάζονταν στο καινούργιο αφεντικό αδιαμαρτύρητα και συνέχιζαν την προσφορά της εργασίας τους, σύμφωνα με το απάνθρωπο σύστημα της δουλοπαροικίας που επικρατούσε. Σε όλες τις περιόδους, από την αρχαιότητα μέχρι και την Τουρκοκρατία, το σύστημα της δουλοπαροικίας εφαρμόστηκε άλλοτε ηπιότερα και άλλοτε σκληρότερα σε βάρος των Καραγκούνηδων, οι οποίοι δεν έκαναν μαζικές μετακινήσεις από τη μια περιοχή στην άλλη σε καμιά περίοδο του βίου τους. Από τη Θεσσαλία πέρασαν διάφοροι λαοί, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν προσωρινά στον κάμπο, αλλά ποτέ δεν εξοντώθηκαν οι αυτόχθονες και μόνιμοι κάτοικοι του Θεσσαλικού χώρου. Παρ’ όλες τις επιδρομές που δέχτηκαν οι άνθρωποι του κάμπου, τελικά επέζησαν.

Ζεύγος καραγκούνηδων από τα Μεγάλα Καλύβια προ του 1930
Καλλιεργούσαν τα κτήματα των τσιφλικάδων, οι οποίοι τους παραχωρούσαν ένα χώρο να διαμένουν αυτοί και το ζευγάρι τους. Κοντά στην κατοικία τους παραχωρούσαν και ένα μικρό κομμάτι γης (τον αυλαγά) στον οποίο μπορούσαν να καλλιεργήσουν λίγα σκόρδα, κρεμμύδια, λάχανα, πράσα, μελιτζάνες, κ.λ.π., χωρίς να δίνουν μερίδιο στον ιδιοκτήτη. Τα δικαιώματά τους ήταν ελάχιστα και η εξουσία  των τσιφλικάδων πάνω τους ήταν απόλυτη. Οι περισσότεροι ήταν θύματα της  βαριάς εκμετάλλευσης και καταπίεσης των μπέηδων και των επιστατών τους (σουμπάσηδων) καθώς και των τοκογλύφων, στους οποίους ήταν αναγκασμένοι να καταφεύγουν για να ξεπληρώσουν τα βαρύτατα χρέη τους. Η ζωή τους ήταν σκληρή και απάνθρωπη. Πέρα από τη στυγνή εκμετάλλευση των αφεντικών είχαν να παλέψουν και με τις κλιματολογικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες έζησαν οι καραγκούνηδες μέσα στους αιώνες. Ζούσαν μέσα στους βάλτους και τα γεμάτα λάσπη χωριά τους. Όλα αυτά αποτελούσαν το πανάθλιο περιβάλλον και δημιουργούσαν μια επικίνδυνη κατάσταση με σοβαρές επιπτώσεις πάνω στην υγεία των ανθρώπων. Η ελονοσία με τις θέρμες, η πνευμονία και η φυματίωση θέριζαν τους ανθρώπους, χωρίς αυτοί να έχουν τα μέσα για να αμυνθούν. Η θνησιμότητα των μικρών παιδιών κυρίως από την ελονοσία έκανε θραύση. Αυτός είναι και ένας λόγος που οι πρόγονοί μας έκαμαν πολλά παιδιά. Όσα και να πεθάνουν, έλεγαν, πάλι θα μείνουν για να συνεχίσουν τη ζωή.

Εκείνο που φωτίζει έντονα την άθλια ζωή του καραγκούνικου αγροτικού πληθυσμού είναι ο μέσος όρος ζωής τους. Σύμφωνα με την απογραφή του 1881, μόνο το 14,58% των αγροτών είχαν ηλικία άνω των 45 ετών. Από έρευνά μας στα  Μητρώα της Κοινότητας Μεγάλων Καλυβίων[6] του 1843 και τα Δημοτολόγια του 1914 διαπιστώσαμε ότι τα άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών σπάνιζαν και ήταν κυρίως γυναίκες.

       Οι Καραγκούνηδες του νομού Τρικάλων μαζί με τους Καραγκούνηδες του νομού Καρδίτσας, σύμφωνα με το Λάζαρο Αρσενίου[7], ανέρχονται το 1940 σε 95.902 και το 1981 σε 105.030 κατοίκους. Διαμένουν σταθερά στο ίδιο χώρο από αρχαιοτάτων χρόνων. Ζούσαν σε μια κλειστή οικονομία, που εξασφάλιζε επάρκεια σε αγαθά και σε μια πατριαρχική οικογένεια αποτελούμενη από πολλά άτομα. Κάθε μια οικογένεια καλλιεργούσε δική της γη και διατηρούσε τα δικά της ζώα για τις ανάγκες της. Οι Τούρκοι σεβάστηκαν το οικογενειακό αυτό σύστημα ιδιοκτησίας και πολλοί Καραγκούνηδες συνέχισαν να ζουν έτσι. Το σταθερό αυτό επίπεδο ζωής τους επέτρεψε να συνεχίζουν παραδοσιακά τον πολιτισμό της ομάδας τους. Άλλοι όμως έγιναν κολίγοι και χάθηκαν μέσα στα τσιφλίκια, στην εξαθλίωση και στην απανθρωπιά, από την οποία άρχισαν να βγαίνουν μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1881) και την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών (1918-1926).

            Παλαιότερα οι καραγκούνηδες διακρίνονταν για την οκνηρία τους, το χαμηλό τους πνευματικό επίπεδο, αλλά και την ολιγάρκεια, την αντοχή, την εξυπνάδα και την υπερηφάνειά τους. Η οκνηρία, το χαμηλό πνευματικό επίπεδο και η ολιγάρκεια ήταν αποτέλεσμα των συνθηκών διαβίωσής τους. Μετά την απελευθέρωση, τη συμμετοχή τους στους εθνικούς και απελευθερωτικούς αγώνες, αλλά κυρίως και τους αγώνες για απαλλοτρίωση των τσιφλικιών έδειξαν τις πραγματικές τους αρετές. Απέδειξαν ότι και εργατικοί είναι και το πνευματικό τους επίπεδο κάθε άλλο παρά χαμηλό είναι και ότι δεν υστερούν σε τίποτα από τους άλλους Έλληνες.

Σημείωση: Η φωτογραφία του τζιομπάνου είναι από το βιβλίο του Ζήση Τζιαμούρτα "Η Λαογραφική Πινακοθήκη των Καραγκούνηδων". 


[1] Ι. Ε. Καραγιαννόπουλου, Πηγαί της Βυζαντινής Ιστορίας. Πληροφορίες αντλούμε από το έργο του «Στρατηγικόν» που γράφτηκε περί το 1071 μ. Χ.
[2] Αχιλλέα Γ. Λαζάρου, Η εξέγερση των Λαρισαίων το 1066 και η εθνολογική παρερμηνεία των σχετικών χωρίων του Κεκαυμένου», έκδοση 1976, ανάτυπο από τα Θεσσαλικά Χρονικά, τ. 11ος.
[3] Ι. Ε. Καραγιαννόπουλου, ό. π., σελ. 437. Πληροφορίες αντλούμε από τα έργα του «Αποδείξεις Ιστοριών», 10 βιβλία. Η ιστορία των ετών 1298-1463, που αποτελεί το κύριο μέρος του έργου, αλλά σημειώνονται και γεγονότα αναφερόμενα στην περίοδο 1484-1487, πράγμα που επιτρέπει να θεωρήσουμε το 1487 ως  terminus post quem  για τη συγγραφή του έργου του.
[4] Ι. Ε. Καραγιαννόπουλου, ό. π., σελ. 324. Πληροφορίες αντλούμε από τo έργo της «Αλεξιάς», που αναπτύσσεται σε 15 βιβλία. Πραγματεύεται τα έτη 1069-1118. Η συγγραφή του έργου περατώθηκε το 1148.
[5] Χαρίλαου Ντούλα, Οι καραγκούνηδες της Θεσσαλίας (Συγκριτική Ιστορική, Γλωσσολογική και Λαογραφική Μελέτη), Εκδοτικός οίκος Αντωνίου Σταμούλη, Θεσσαλονίκη. 
[6] Τα Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων είναι ένα καθαρό καραγκουνοχώρι του Νομού Τρικάλων. Ο Λάζαρος Αρσενίου σωστά υπολογίζει ως Καραγκούνηδες το σύνολο των κατοίκων του χωριού, που ανέρχονταν το 1940  και το  1981 σε 2.465 και 2.286 κατοίκους αντίστοιχα.
[7] Λάζαρου Αρσενίου, Κοινωνικές Ομάδες στον Νομό Τρικάλων, περιοδικό ΤΡΙΚΑΛΙΝΑ, τόμος 8ος, σελ. 229-244. Πραγματοποίησε την απογραφή των καραγκούνικων χωριών των νομών Τρικάλων και Καρδίτσας με τον πληθυσμό τους. Τους σχετικούς πίνακες συνέταξε με βάση την προσωπική του πείρα και τη συνεργασία των Γεωργίου Αρσενίου από την Καλαμπάκα, πρώην διευθυντή του εκεί υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας  και Κωνσταντίνου Παπαστεργίου, πολιτικού μηχανικού και πρώην δήμαρχου Τρικάλων.
Πηγή

https://tofanari.blogspot