Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

♥ Καρδίτσα: Άγιος Αρσένιος Ελασσόνας εκ Καλογριανών


Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ ἐκ Καλογραιανῶν

ΟἍγιος Ἀρσένιος (κατὰ κόσμον Ἀπόστολος) γεννήθηκε στὸ χωριὸ Καλογραιανὰ Καρδίτσης τὸ 1550. Γονεῖς του ἦσαν ὁ Ἱερεὺς Θεόδωρος καὶ ἡ Χρυσάφη (ἡ μετέπειτα μοναχὴ Χριστοδούλη, ἀνεψιὰ τοῦ Ἁγ. Βησσαρίωνος Β΄ Λαρίσης). Ὑπήρξε γόνος Λευϊτικῆς οἰκογενείας, ποὺ ἀνέδειξε Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς καὶ Μοναχούς.
Στὴν Καλαμπάκα καὶ στὰ Τρίκαλα ἔμαθε ἀντιστοίχως τὰ πρῶτα καὶ τὰ ἐγκύκλια γράμματα. Κατὰ τὴ μαθητεία του στὰ Τρίκαλα ἐκάρη Μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε Διάκονος. Μετὰ ἔμεινε ἀρκετὸ καιρὸ στὴν Ἐπισκοπὴ Σταγῶν καὶ στὴ συνέχεια ἐγκαταβίωσε στὴ Μονὴ Δουσίκου, ὅπου χειροτονήθηκε Ἱερεύς. Ἀποδεχόμενος πρόσκληση τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ τοῦ Τρανοῦ (τοῦ ἀπὸ Λαρίσης), μετέβη στὴν Κων/πολη, ὅπου διορίσθηκε Ἐφημέριος στὸν Πατριαρχικὸ Ναὸ τῆς Παμμακαρίστου καὶ παρακολούθησε μαθήματα στὴ Σχολὴ τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου.
Τὴν 21η Φεβρουαρίου 1584 χειροτονήθηκε (ἀπὸ τὸν ἴδιο Οἰκ. Πατριάρχη) Ἀρχιεπίσκοπος Ἐλασσῶνος καὶ Δημονίκου (Δομενίκου), ὅπου ἐνθρονίσθηκε καὶ παρέμεινε γιὰ ἕνα ἀκριβῶς χρόνο.
Ἔπειτα μετεκλήθη στὴν Κων/πολη καὶ μετέβη ἐπικεφαλῆς μιᾶς ἀποστολῆς στὴ Μόσχα (ὡς Πατριαρχικὸς Ἔξαρχος) καὶ ἐπιστρέφοντας διέμεινε δύο ἔτη στὴν Οὐκρανικὴ πόλη Λβώφ (Λεόπολη), ὅπου ὑπήρχε μεγάλη καὶ ἀνθηρὴ Ἑλληνικὴ παροικία, μετὰ τὴν ἐπίμονη παράκληση τῶν γηγενῶν καὶ τῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων νὰ τοὺς βοηθήσει μὲ τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία του νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν προσηλυτισμὸ τῶν Οὐνιτῶν καὶ τῶν Προτεσταντῶν. Ἐκεὶ δίδαξε στὸ σχολεῖο τῆς Ὀρθοοδόξου Κοινότητος, κατήρτισε πρόγραμμα λειτουργίας τοῦ σχολείου καὶ συνέγραψε ἐγχειρίδιο Γραμματικῆς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἔτσι συνέβαλε στὴν ἀνόθευτη διατήρηση τῆς Πίστεως καὶ στὴν ἀνόρθωση τοῦ πνευματικοῦ καὶ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ Κλήρου.
Τὸ 1588 συνόδευσε τὸν Πατριάρχη Ἱερεμία πάλι στὴ Μόσχα, ὅπου συμμετεῖχε στὶς διαπραγματεύσεις γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ Ῥωσικοῦ Πατριαρχείου καὶ παρέμεινε εἰρηνικῶς μέχρι τὸ 1605 (1605-1613 περίοδος ἀναρχίας), μὲ τὴν ἄδεια τοῦ Τσάρου Θεοδώρου Ἰβάνοβιτς.
Κατὰ τὴ δεκαεπταετία αὐτὴ ὑπῆρξε ὁ κύριος ὑποστηρικτὴς καὶ βοηθὸς τῶν Ἑλλήνων ποὺ ἔφθαναν ἐκεῖ γιὰ «ζητεία» (ἐλεημοσύνη). Ἐπίσης, ἀπὸ τὴ Ῥωσικὴ πρωτεύουσα ἀπέστειλε πολλὲς εἰκόνες, χειρόγραφα καὶ ἄλλα δῶρα σὲ Πατριαρχεῖα, Μονὲς καὶ Ναοὺς τῆς ἐμπερίστατης Ὀρθοδοξίας. Κυρίως ὅμως συνέβαλε στὴν τόνωση τῶν Ἑλληνορωσικῶν πολιτιστικῶν σχέσεων καὶ στὴν ἐνίσχυση τῆς αἰχμαλώτου (στοὺς Μουσουλμάνους) Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Τὸ 1599 ὀνομάσθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀρχαγγέλων, τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Μόσχας. Τὸ 1613 κατεστάθη Ἀρχιεπίσκοπος Τβέρης καὶ Κασὶν καὶ τὸ 1615 Ἀρχιεπίσκοπος Σουζδελίου καὶ Ταρουσίας, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ὁριστικῶς τὸ 1621, μετὰ τὴ φυγή του ἀπὸ τὴ Μόσχα.
Κοιμήθηκε τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1626, σὲ ἡλικία 76 ἐτῶν, καὶ τάφηκε μέσα στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ Σουζδελίου.
Συνέγραψε ποίημα μὲ τίτλο «Κόποι καὶ Διατριβή», στὸ ὁποῖο περιγράφεται ἡ ἵδρυση τοῦ Πατριαρχείου Ῥωσίας, Ἀπομνημονεύματα καὶ Ἀκολουθία τοῦ Ῥώσου Ἁγίου Βασιλείου.


Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ἐλασσῶνος ποιμένα, Θετταλίας τὸ κλέϊσμα,
καὶ τῆς Μοσχοβίας ἁπάσης περιβόητον ἄκουσμα,
Ἀρσένιον ὑμνήσωμεν πιστοί, βοῶντες μετὰ πόθου εὐλαβῶς· φύλαττε καὶ σκέπε πάτερ ἀεὶ τοὺς πίστει σοι κραυγάζοντας·
δόξα τῴ σὲ δοξάσαντι Χριστῴ, δόξα τῴ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῴ δωρουμένῳ διὰ σοῦ χάριν καὶ ἔλεος.