«...Εν
αρχη ην η αγάπη...» μελωδούσε γιομίζοντας
το γυμνό σου δωμάτιο μια παράξενη
άρπα,καθώς σ' έπαιρνε ο ύπνος και το χέρι
σου, κρύο,σαν κλωνί λεμονιάς σε νεκρό,
αναπαύονταν πάνω στο στήθος σου. Κι
έβλεπες πως άνοιγε τάχα μια πόρτα στον
ύπνο σου. Πως μπαίναν τα δεκατέσσερα
παιδιά λυπημένα και στεκόντουσαν γύρω
σου. Τα μάτια τους θύμιζαν σταγόνες σε
τζάμια:
«Έλεος! Έλεος! Έλεος!...»
Τινάζοντας τη βροχή και το χιόνι από πάνω τους,τα ζύγιαζες με το βλέμμα σου σα να 'θελες να τους κόψεις την ευτυχία στα μέτρα τους, ενώ η άρπα συνέχιζεν απαλά μες στον ύπνο σου: «... Ό,τι θέλει κανείς μπορεί να φτιάξει με την αγάπη. Ήλιους κι αστέρια, ροδώνες και κλήματα...». Αλλά εσύ προτιμούσες μποτίτσες φοδραρισμένες με μάλλινο, πουκάμισα κλειστά στο λαιμό - γιατί φυσάει πολύ στο Καλέντζι!
Έβλεπες πως ράβεις με τα δυο σου χέρια έβλεπες πως ζυμώνεις με τα δυο σου χέρια κι ονειρευόσουν πως μπαίνεις στην τάξη με δεκατέσσερις φορεσιές,
με δεκατέσσερα χριστόψωμα στην αγκαλιά σου.
.................................................
Έμπαινες στο σχολειό κι όπως τ' αντίκριζες μοιραζόταν σε δεκατέσσερα χαμόγελα το πρόσωπο σου. Θυμόσουν πως η αγκάλη σου ήταν μισή κι ανεβαίνοντας πάνω στην έδρα σουάνοιγες τη λύπη σου και τα σκέπαζες, όπως ο ουρανός σκεπάζει τη γη.
Ώρα 8 και 20 ακριβώς.Το μάθημα αρχίζει κανονικά.
Εσύ πάνω απ' την έδρα κι απ' αντίκρυ σου ο Χριστός, απαλός και γλυκύς μες στο κάδρο του,δίνετε τα χέρια πάνω από τα κεφάλια τουςνα τους κάμετε μια σκέπη από ζεστασιά, γιατί σας ήρθανε και σήμερα μουσκεμένα κι η λύπη περπατάει μες στα μάτια τους,όπως ο σπουργίτης πάνω στο φράχτη.
Ώρα 10 και 20'. Το μάθημα συνεχίζεται.
Οι σπουργίτες σου χτυπούν τα φτερά τους.Το μολύβι πεθαίνει ανάμεσα στα κοκαλιασμένα τους δάχτυλα. Η καρδιά σου είναι τώρα μια στάμνα σπασμένη.Τα λόγια σου βγαίνουν αργά, σα μια βρύση που στέρεψε:«Ο μέγας Αλέξανδρος... Ο μέγας Αλέξανδρος...Ο μέγας Αλέξανδρος...».
Τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Τα μέτρησες δέκα φορές. Τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Μετράς το ένα χέρι σου- τ' άλλο σου βρίσκεται τυλιγμένο σε συννεφιά-τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Σηκώνεις το πρόσωπο,κοιτάζεις τη στέγη, κάνεις πως σκέφτεσαι,σκύβεις πάλι στην έδρα, ξεφυλλίζεις τον Αίσωπο, κατεβαίνεις και γράφεις στο μαυροπίνακα, κοιτάζεις τον ουρανό απ' το παράθυρο, γυρίζεις το κεφάλι σου αλλού, δεν μπορείς άλλο παρά να κλάψεις.
Παίρνεις το μαθητολόγιο στα χέρια σου, κάτι ψάχνεις να βρεις, το σηκώνεις διαβάζοντας και σκεπάζεις το πρόσωπο σου.
Τὰ σύννεφα ἔχουν μπεῖ μὲς στὴν τάξη.Ἀντίκρυ σου κι ὁ Χριστὸς παραδέρνει σ᾿ ἀμηχανία.Θαρρεῖς καὶ σηκώνει στ᾿ ἀλήθεια τὰ χέρια του ἑνωμένα στὸ φῶς ποὺ πέφτει ἀπὸ πάνω του.Νιώθει στενόχωρα ὅπως τὰ μεσάνυχτα στὴ Γεθσημανῆ καὶ δὲν εἶμαι ἐκεῖ νὰ σοῦ χτυπήσω τὸν ὦμο καὶ δὲν εἶμαι ἐκεῖ νὰ σοῦ εἰπῶ: Δός του θάρρος,βοήθησέ τον νὰ βγεῖ ἀπ᾿ τὴ δύσκολη θέση,κατέβαινε, διάσχισε τὴν αἴθουσα γρήγορα, μὴν τὸν ἀφήνεις ἐκτεθειμένο στὰ βλέμματα τῶν παιδιῶν,δός του ἕνα βιβλίο νὰ κάνει πὼς συλλαβίζει,δός του ἕνα βιβλίο νὰ κρύψει τὰ μάτια του.
Τινάζοντας τη βροχή και το χιόνι από πάνω τους,τα ζύγιαζες με το βλέμμα σου σα να 'θελες να τους κόψεις την ευτυχία στα μέτρα τους, ενώ η άρπα συνέχιζεν απαλά μες στον ύπνο σου: «... Ό,τι θέλει κανείς μπορεί να φτιάξει με την αγάπη. Ήλιους κι αστέρια, ροδώνες και κλήματα...». Αλλά εσύ προτιμούσες μποτίτσες φοδραρισμένες με μάλλινο, πουκάμισα κλειστά στο λαιμό - γιατί φυσάει πολύ στο Καλέντζι!
Έβλεπες πως ράβεις με τα δυο σου χέρια έβλεπες πως ζυμώνεις με τα δυο σου χέρια κι ονειρευόσουν πως μπαίνεις στην τάξη με δεκατέσσερις φορεσιές,
με δεκατέσσερα χριστόψωμα στην αγκαλιά σου.
.................................................
Έμπαινες στο σχολειό κι όπως τ' αντίκριζες μοιραζόταν σε δεκατέσσερα χαμόγελα το πρόσωπο σου. Θυμόσουν πως η αγκάλη σου ήταν μισή κι ανεβαίνοντας πάνω στην έδρα σουάνοιγες τη λύπη σου και τα σκέπαζες, όπως ο ουρανός σκεπάζει τη γη.
Ώρα 8 και 20 ακριβώς.Το μάθημα αρχίζει κανονικά.
Εσύ πάνω απ' την έδρα κι απ' αντίκρυ σου ο Χριστός, απαλός και γλυκύς μες στο κάδρο του,δίνετε τα χέρια πάνω από τα κεφάλια τουςνα τους κάμετε μια σκέπη από ζεστασιά, γιατί σας ήρθανε και σήμερα μουσκεμένα κι η λύπη περπατάει μες στα μάτια τους,όπως ο σπουργίτης πάνω στο φράχτη.
Ώρα 10 και 20'. Το μάθημα συνεχίζεται.
Οι σπουργίτες σου χτυπούν τα φτερά τους.Το μολύβι πεθαίνει ανάμεσα στα κοκαλιασμένα τους δάχτυλα. Η καρδιά σου είναι τώρα μια στάμνα σπασμένη.Τα λόγια σου βγαίνουν αργά, σα μια βρύση που στέρεψε:«Ο μέγας Αλέξανδρος... Ο μέγας Αλέξανδρος...Ο μέγας Αλέξανδρος...».
Τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Τα μέτρησες δέκα φορές. Τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Μετράς το ένα χέρι σου- τ' άλλο σου βρίσκεται τυλιγμένο σε συννεφιά-τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Σηκώνεις το πρόσωπο,κοιτάζεις τη στέγη, κάνεις πως σκέφτεσαι,σκύβεις πάλι στην έδρα, ξεφυλλίζεις τον Αίσωπο, κατεβαίνεις και γράφεις στο μαυροπίνακα, κοιτάζεις τον ουρανό απ' το παράθυρο, γυρίζεις το κεφάλι σου αλλού, δεν μπορείς άλλο παρά να κλάψεις.
Παίρνεις το μαθητολόγιο στα χέρια σου, κάτι ψάχνεις να βρεις, το σηκώνεις διαβάζοντας και σκεπάζεις το πρόσωπο σου.
Τὰ σύννεφα ἔχουν μπεῖ μὲς στὴν τάξη.Ἀντίκρυ σου κι ὁ Χριστὸς παραδέρνει σ᾿ ἀμηχανία.Θαρρεῖς καὶ σηκώνει στ᾿ ἀλήθεια τὰ χέρια του ἑνωμένα στὸ φῶς ποὺ πέφτει ἀπὸ πάνω του.Νιώθει στενόχωρα ὅπως τὰ μεσάνυχτα στὴ Γεθσημανῆ καὶ δὲν εἶμαι ἐκεῖ νὰ σοῦ χτυπήσω τὸν ὦμο καὶ δὲν εἶμαι ἐκεῖ νὰ σοῦ εἰπῶ: Δός του θάρρος,βοήθησέ τον νὰ βγεῖ ἀπ᾿ τὴ δύσκολη θέση,κατέβαινε, διάσχισε τὴν αἴθουσα γρήγορα, μὴν τὸν ἀφήνεις ἐκτεθειμένο στὰ βλέμματα τῶν παιδιῶν,δός του ἕνα βιβλίο νὰ κάνει πὼς συλλαβίζει,δός του ἕνα βιβλίο νὰ κρύψει τὰ μάτια του.
Σύμφωνα με τις Γραφές, πριν 20
αιώνες και κάτι, γεννήθηκε σε μια κατεχόμενη χώρα
ένας φτωχός μαραγκός που γνώρισε από βρέφος την πίκρα της προσφυγιάς,
που έκανε παρέα ταπεινούς ψαράδες και πόρνες,
που δίδαξε "αγάπα τον διπλανό σου σαν τον εαυτό σου" και "αν έχεις δύο πανωφόρια,
το ένα να το δόσεις σε όποιον δεν έχει" γιατί "πιο εύκολο να περάσει σχοινί από την τρύπα της βελόνας,
παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών" ... που τελικά εκτελέστηκε από τους κατακτητές
σαν αντάρτης, αφού παραδόθηκε στους δήμιους από αρχιερείς, φαρισαίους και λοιπούς δωσίλογους...
ένας φτωχός μαραγκός που γνώρισε από βρέφος την πίκρα της προσφυγιάς,
που έκανε παρέα ταπεινούς ψαράδες και πόρνες,
που δίδαξε "αγάπα τον διπλανό σου σαν τον εαυτό σου" και "αν έχεις δύο πανωφόρια,
το ένα να το δόσεις σε όποιον δεν έχει" γιατί "πιο εύκολο να περάσει σχοινί από την τρύπα της βελόνας,
παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών" ... που τελικά εκτελέστηκε από τους κατακτητές
σαν αντάρτης, αφού παραδόθηκε στους δήμιους από αρχιερείς, φαρισαίους και λοιπούς δωσίλογους...
Χρόνια Πολλά !
Κώστας Μπακατσής
