Στους πρόποδες του Παρνασσού ένας βοσκός έβοσκε τα πρόβατά του. Ένα από αυτά ξεφεύγει από τον έλεγχό του και τρέχει προς
τον γκρεμό. Ο βοσκός στην προσπάθειά του
να το πιάσει βρίσκεται πιασμένος από ένα κλαδί να αιωρείται στο κενό. Απελπισμένος αρχίζει να καλεί βοήθεια.
"Συμπατριώτες ακούει κανείς;"
Απόλυτη σιγή.
"Ε, χριστιανοί, ακούει κανείς;"
Υστερα από αρκετή ώρα και πολλές παρακλήσεις από τον ανήμπορο βοσκό ακούγεται μια επιβλητική φωνή
"Ανθρωπέ μου οι εκκλήσεις σου εισακούστηκαν. Πέσε, είμαι ο Θεός και θα σε πιάσω"
Και ο βοσκός σαστισμένος και πανικοβλημένος
"Άλλος ακούει;"
τον γκρεμό. Ο βοσκός στην προσπάθειά του
να το πιάσει βρίσκεται πιασμένος από ένα κλαδί να αιωρείται στο κενό. Απελπισμένος αρχίζει να καλεί βοήθεια.
"Συμπατριώτες ακούει κανείς;"
Απόλυτη σιγή.
"Ε, χριστιανοί, ακούει κανείς;"
Υστερα από αρκετή ώρα και πολλές παρακλήσεις από τον ανήμπορο βοσκό ακούγεται μια επιβλητική φωνή
"Ανθρωπέ μου οι εκκλήσεις σου εισακούστηκαν. Πέσε, είμαι ο Θεός και θα σε πιάσω"
Και ο βοσκός σαστισμένος και πανικοβλημένος
"Άλλος ακούει;"