Ο μικρός Γιαννάκης μπήκε στην κουζίνα όπου η μαμά του ετοίμαζε βραδινό.
Πλησίαζαν τα γενέθλιά του και σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να πει στη μαμά του τι δώρο ήθελε.
"Μαμά", είπε ο μικρός Γιαννάκης "θέλω ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου".
Ο μικρός Γιαννάκης ήταν ένας φασαρτζής του κερατά. Και στο σχολείο και στο σπίτι όλο μπελάδες δημιουργούσε.
Έτσι λοιπόν η μαμά του τον ρώτησε αν πιστεύει ότι το δικαιούται το δώρο.
"Φυσικά", είπε ο μικρός.
Η μαμά του, χριστιανή γυναίκα, ήθελε να βάλει τον γιο της να σκεφτεί τη συμπεριφορά του όλο τον χρόνο που είχε περάσει.
Έτσι του είπε να πάει στο δωμάτιό του και να σκεφτεί πως φέρθηκε όλους τους μήνες από τα προηγούμενα γενέθλιά του.
Και μετά, του είπε, να γράψει ένα γράμμα στον θεούλη και να εξηγεί γιατί αξίζει το ποδήλατο!
Έτσι ο μικρός Γιαννάκης πήγε στο δωμάτιό του και άρχισε να γράφει:
-ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΩΤΟ-
Αγαπητέ Θεούλη
Ήμουν πολύ καλό παιδί φέτος και θάθελα ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου.
Το προτιμώ κόκκινο.
Ο φίλος σου,
Γιαννάκης
Ο Γιαννάκης όμως ήξερε ότι αυτά που έγραψε δεν ήταν αλήθεια. Δεν ήταν και τόσο καλό παιδί. Έτσι, έσκισε το πρώτο γράμμα και ξανάρχισε
- ΓΡΑΜΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ -
Θεέ
Ξέρω ότι δεν ήμουν καλό παιδί φέτος.
Λυπάμαι πραγματικά.
Θα γίνω καλό παιδί όμως αν μου στείλεις ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου.
Σε παρακαλώ...
Ευχαριστώ
Γιαννάκης
Ο μικρός ήξερε όμως, ότι ακόμη κι αν έλεγε αλήθεια, αυτό το γράμμα δεν θα του έφερνε το ποδήλατο. . . Τώρα πια ανησύχησε.
Πήγε στην κουζίνα και είπε στη μαμά του ότι ήθελε να πάει στην εκκλησία.
Η μαμά σκέφτηκε ότι το "κόλπο" της είχε πιάσει, μιας και είδε τον μικρό να είναι σκεφτικός και λυπημένος.
"Πήγαινε, αλλά νά γυρίσεις γρήγορα".
Ο Γιαννάκης πήγε στην εκκλησία της γειτονιάς. Μπήκε μέσα κι έριξε μια ματιά γύρω του να δει αν ήταν κανένας άλλος εκεί. Προχώρησε προς το ιερό και βρήκε μια εικόνα της Παναγίας. Πολύ προσεκτικά την ξεκρέμασε και την έχωσε κάτι από το παλτό του και έφυγε από την εκκλησία τρέχοντας.
Μπήκε γρήγορα στο σπίτι του, χώθηκε στο δωμάτιό του και πήρε μολύβι και χαρτί.
-ΓΡΑΜΜΑ ΤΡΙΤΟ-
Θεέ
Έχω στα χέρια μου τη μάνα σου.
Αν θέλεις να την ξαναδείς, στείλε μου το ποδήλατο.
Ξέρεις ποιος.
Πλησίαζαν τα γενέθλιά του και σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να πει στη μαμά του τι δώρο ήθελε.
"Μαμά", είπε ο μικρός Γιαννάκης "θέλω ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου".
Ο μικρός Γιαννάκης ήταν ένας φασαρτζής του κερατά. Και στο σχολείο και στο σπίτι όλο μπελάδες δημιουργούσε.
Έτσι λοιπόν η μαμά του τον ρώτησε αν πιστεύει ότι το δικαιούται το δώρο.
"Φυσικά", είπε ο μικρός.
Η μαμά του, χριστιανή γυναίκα, ήθελε να βάλει τον γιο της να σκεφτεί τη συμπεριφορά του όλο τον χρόνο που είχε περάσει.
Έτσι του είπε να πάει στο δωμάτιό του και να σκεφτεί πως φέρθηκε όλους τους μήνες από τα προηγούμενα γενέθλιά του.
Και μετά, του είπε, να γράψει ένα γράμμα στον θεούλη και να εξηγεί γιατί αξίζει το ποδήλατο!
Έτσι ο μικρός Γιαννάκης πήγε στο δωμάτιό του και άρχισε να γράφει:
-ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΩΤΟ-
Αγαπητέ Θεούλη
Ήμουν πολύ καλό παιδί φέτος και θάθελα ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου.
Το προτιμώ κόκκινο.
Ο φίλος σου,
Γιαννάκης
Ο Γιαννάκης όμως ήξερε ότι αυτά που έγραψε δεν ήταν αλήθεια. Δεν ήταν και τόσο καλό παιδί. Έτσι, έσκισε το πρώτο γράμμα και ξανάρχισε
- ΓΡΑΜΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ -
Θεέ
Ξέρω ότι δεν ήμουν καλό παιδί φέτος.
Λυπάμαι πραγματικά.
Θα γίνω καλό παιδί όμως αν μου στείλεις ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου.
Σε παρακαλώ...
Ευχαριστώ
Γιαννάκης
Ο μικρός ήξερε όμως, ότι ακόμη κι αν έλεγε αλήθεια, αυτό το γράμμα δεν θα του έφερνε το ποδήλατο. . . Τώρα πια ανησύχησε.
Πήγε στην κουζίνα και είπε στη μαμά του ότι ήθελε να πάει στην εκκλησία.
Η μαμά σκέφτηκε ότι το "κόλπο" της είχε πιάσει, μιας και είδε τον μικρό να είναι σκεφτικός και λυπημένος.
"Πήγαινε, αλλά νά γυρίσεις γρήγορα".
Ο Γιαννάκης πήγε στην εκκλησία της γειτονιάς. Μπήκε μέσα κι έριξε μια ματιά γύρω του να δει αν ήταν κανένας άλλος εκεί. Προχώρησε προς το ιερό και βρήκε μια εικόνα της Παναγίας. Πολύ προσεκτικά την ξεκρέμασε και την έχωσε κάτι από το παλτό του και έφυγε από την εκκλησία τρέχοντας.
Μπήκε γρήγορα στο σπίτι του, χώθηκε στο δωμάτιό του και πήρε μολύβι και χαρτί.
-ΓΡΑΜΜΑ ΤΡΙΤΟ-
Θεέ
Έχω στα χέρια μου τη μάνα σου.
Αν θέλεις να την ξαναδείς, στείλε μου το ποδήλατο.
Ξέρεις ποιος.