Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Μνημείο Αγνώστων Ηρώων


γράφει ο Απόστολος Θηβαίος
Λέλα Καραγιάννη= Ηρώ Κωνσταντοπούλου= Μαρία Δημάδη=Μιλτιάδης Ιατρίδης= Δημήτριος Ίτσιος=ΚωνσταντίνοςΠερρίκος= ΔημήτριοςΚασλάς=ΜανώληςΠατεράκης=Ελευθερία=Μαραθώνας=Θερμοπύλες=αγώνες που επιφυλάσσει το μέλλον
Οι φετινοί εορτασμοί έχουν ξεχωριστό χαρακτήρα. Στη διασταύρωση των οδών Λέλας Καραγιάννη και Σταυροπούλου ανεγείρεται το μνημείο των αγνώστων ηρώων. Πρόκειται για μια ταπεινή, μαρμάρινη κατασκευή, στα πρότυπα του μνημείου του στρατιώτη που για πάντα θ΄απομείνει άγνωστος. Οι εργάτες δουλεύουν πυρετωδώς, οι εργάτες δουλεύουν και κλαίνε. Κουβαλούν αγόγγυστα πέτρες, μάρμαρα, χτυπούν τα ονόματα των πεσόντων και τις ηλικίες τους. Τόσα παιδιά, τόσες μητέρες, τόσοι νέοι αφοσιωμένοι στην ελευθερία της πατρίδας. Τα αποκαλυπτήρια έχουν προγραμματιστεί για την ημέρα της εθνικής επετείου.Έχουν προσκληθεί βετεράνοι, απόγονοι αγωνιστών, ποιητές. Προπάντων αυτοί οι τελευταίοι έχει προγραμματιστεί να επιτελέσουν έναν ρόλο ιδιαίτερο . Καθένας τους έχει ετοιμάσει μια μικρή ωδή αφιερωμένη στα ονόματα της λίστας των πεσόντων. Πρόκειται για μια συγκινητική ιδέα, δείγμα αυτής της ευαισθησίας και του μεγαλειώδους που οφείλει να θρέφει τα οράματα και τις φιλοδοξίες των ποιητών.
Παραμονές της επετείου σκέπασαν με τους μεγάλους μουσαμάδες το μνημείο. Μια στήλη μαρμάρινη και η προτομή της Λέλας Καραγιάννη, αιωνίως νέα και απρόσιτη προσμένουν την αποκάλυψη του πρωινού. Η κατασκευή λούζεται στο φως απ΄τους μεγάλους προβολείς στη μαρμάρινη βάση. Οι διαβάτες προσπερνούν το μνημείο, κάποιοι στέκουν και κάνουν το σταυρό τους. Εν τω μεταξύ τα τροχοφόρα μαίνονται, οι σαββατιάτικες συνήθειές μας κορυφώνονται, κορίτσια των Βαλκανίων ερεθίζουν τις αθηναϊκές νύχτες, οδεύουν χαρμόσυνες και ερωτικές σ΄άλλες πλατείες, άλλων ηρώων. Κοντά στο Μεταξουργείο, γύρω απ΄τις οδούς Αχιλλέως και Μαραθώνος σκορπούν τα νιάτα τους τα κορίτσια. Και η Λέλα σκοτωμένη εδώ και μισό αιώνα, μ΄επτά φτερούγες στους ώμους της και σταυρούς στο βάθος των ματιών της. Και η Λέλα στους ίδιους δρόμους δίχως πένθος απαγγέλει μες στη νύχτα ονόματα εκτελεσθέντων στην Καισαριανή, το Χαϊδάρι, την Κοκκινιά. Και η Λέλα που δακρύζει νύχτες ολόκληρες για μια πατρίδα χαμένη στους τόμους των βιβλίων.
Τ΄άλλο πρωινό τα όργανα παιανίζουν στον ουρανό των Αθηνών. Η μαθητειώσα νεολαία κατακλύζει τις οδούς και τις λεωφόρους, η νεολαία που συνιστά τη μόνη πίστη μας, τη μόνη ελπίδα. Εμπρός απ΄την κατασκευή επίσημοι και μη προσμένουν την αποκάλυψη. Όταν πέφτουν τα παραπετάσματα και όταν η Λέλα αντικρίζει και πάλι τον αττικό ουρανό είναι κιόλας μεσημέρι, λουσμένο στο φως. Όλοι σχολιάζουν τη λεπτότητα των χαρακτηριστικών της, το διακριτικό της γέλιο που σκίζει τις άτολμες καρδιές, τη μεγάλη της ψυχή που ποτέ δεν μας πρόδωσε.
Εν των μεταξύ οι άλλοι έρχονταν απ΄το βάθος της πόλης. Απ΄εκεί που κάποτε έφθαναν οι στρατοκόποι τώρα τα μάτια μας κατακλύζουν οπλίτες με χαρακωμένα πρόσωπα, τραυματιοφορείς, νεκροί και άρματα. Αυτός είναι ο στρατός μας που επιστρέφει απ΄την Αετοράχη και το Λιμποβίτσι και την Κορυτσά, έχοντας κατακτήσει τη δόξα και την ελευθερία. Από μέσα μας περνούν τάγματα, ουλαμοί, πολυβόλα, μέσα μας ηχούν πάντα τα προσκλητήρια με την παρατεταμένη σιωπή τόσων και τόσων ονομάτων. Εμπρός τους πάντα ο Διγενής, ακρίτες πολεμιστές, άνδρες πελώριοι του Γράμμου και των συνόρων. Λίγο ακόμη και οι καρδιές μας θα ραγίσουν, λίγο ν΄αγγίξουμε τις προτομές και μπορεί επιτέλους να κλάψουμε.