Με τον Προσωρινό Οργανισμό του 1913 (Νόμος 85 της 29ης Νοεμβρίου 1913) συγκροτήθηκε η δομή του ελληνικού στρατού, με την οποία έλαβε μέρος στους πολέμους που ακολούθησαν (1914-1922). Έτσι το πεζικό αποτελούνταν από 42 συντάγματα, εκ των οποίων 5 ήταν ευζωνικά και 3 συντάγματα κρητών. Το σύνταγμα διαιρούνταν σε τρία τάγματα, το τάγμα σε τέσσερις λόχους, ο λόχος σε τρείς διμοιρίες και μία διμοιρία πολυβόλων. Τα συντάγματα κατανέμονταν σε 14 μεραρχίες. Η κάθε μεραρχία περιελάμβανε 3 συντάγματα. Τρείς μεραρχίες συγκροτούσαν ένα σώμα στρατού.
Το Α΄ Σώμα Στρατού με έδρα την Αθήνα περιελάμβανε την Ιη Μεραρχία με έδρα τη Λάρισα, την ΙΙα Μεραρχία με έδρα την Αθήνα και τη ΧΙΙΙη Μεραρχία με έδρα τη Χαλκίδα.
Η ΧΙΙΙη Μεραρχία αποτελούνταν από το 3ο Σύνταγμα Πεζικού με έδρα τη Χαλκίδα, το 2ο Σύνταγμα Πεζικού και το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων με έδρα τη Λαμία. Επίσης και την ΧΙΙΙη Μοίρα Ορειβατικού Πυροβολικού με έδρα τη Χαλκίδα.
Η Λαμία υπήρξε η έδρα δύο σπουδαίων μονάδων του ελληνικού στρατού: του 2ου Συντάγματος Πεζικού και του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων. Στο 2ο Σύνταγμα Πεζικού υπηρετούσαν κληρωτοί και επιστρατευμένοι έφεδροι των νομών Φθιώτιδας, Βοιωτίας, Φωκίδας και Ευβοίας. Στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων καλούνταν οι κληρωτοί στρατεύσιμοι από τα ορεινά χωριά των νομών Φθιώτιδας, Ευρυτανίας, Φωκίδας και Βοιωτίας. Ήταν οι βουνίσιοι Ρουμελιώτες εύζωνοι, που έφεραν μέσα τους έντονη την κλέφτικη παράδοση της Ρούμελης.
Την 1 Δεκεμβρίου 1916 το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων λόγω των φιλοβασιλικών πεποιθήσεων των αξιωματικών και οπλιτών του, μεταφέρθηκε από τη Λαμία στη Χαλκίδα κατόπιν τελεσιγράφου των αγγλογαλλικών δυνάμεων της Αντάτ (εικ.1). Ήταν η περίοδος των Νοεμβριανών και του Εθνικού Διχασμού. Από τη Χαλκίδα αναχώρησε το 1918 για το μέτωπο του Στρυμόνα στη Μακεδονία.
Στις αρχές του 1919 δύο ελληνικές μεραρχίες, η ΙΙα και η ΧΙΙΙη, σύνολο 23.000 άνδρες, αναχώρησαν από τις Ελευθερές Καβάλας για την Ουκρανία. Σκοπός ήταν η καταστολή της μπολσεβίκικης επανάστασης. Υπό την ΧΙΙΙη Μεραρχία υπαγόταν και το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Η εκστρατεία τελείωσε άδοξα εξαιτίας της συντριπτικής υπεροχής των μπολσεβίκων του Αταμάν Γκριγκόριεφ. Η υποχώρηση πραγματοποιήθηκε προς τη σημερινή Μολδαβία και κατόπιν Ρουμανία. Στο Γαλάτσι της Ρουμανίας οι ελληνικές δυνάμεις επιβιβάστηκαν σε πλοία και μέσω Δούναβη-Μαύρης Θάλασσας-Βοσπόρου-Αιγαίου μετέβησαν στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας.
Στη Μικρά Ασία το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων αναδείχθηκε στην πιο επίλεκτη μονάδα του ελληνικού στρατού. Οι Τούρκοι το αποκαλούσαν σεϊτάν ασκέρ (τουρκ. seytanasker=ο στρατός του σατανά) εξαιτίας του πανικού που προκαλούσε με τα αιφνιδιαστικά χτυπήματά του. Τον συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα αποκαλούσαν Καραπιπέρ (τουρκ. Karapiper=μαύρο πιπέρι) εξαιτίας του μελαψού χρώματός του. Ενδεικτικό του πως έβλεπαν οι άλλοι Έλληνες στρατιώτες τους ευζώνους του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων είναι η μαρτυρία ενός στρατιώτη του πεζικού που ακολουθεί:
«Ένας μαύρος καβαλάρης
….Κάποια μέρα είδαμε να κυκλοφορούν πολλοί εύζωνοι. Ήταν το 5/42 των Ευζώνων του Πλαστήρα, που ήρθε για ανάπαυσι από το μέτωπο. Το ευζωνικό του Πλαστήρα από τότε το περιέβαλε κάποιος θρύλος. Μου έκαναν εξαιρετική εντύπωσι αυτοί οι νευρώδεις, ηλιοκαμένοι άντρες. Είχαν αλήθεια επάνω τους κάτι το ρωμαλέο, το αντρίκιο, το ασήκικο. Εθεωρείτο η πιο εκλεχτή πολεμική μονάδα. Το «σαϊτάν ασκέρ», όπως το έλεγαν οι Τούρκοι.
Ένα άχρωμο και άτονο ηλιοβασίλεμα ξεψυχάει στον κάμπο του Αφιόν Καραχισάρ….Στο βάθος του κάμπου δυό καβαλάρηδες καλπάζουν προς το μέρος μας μέσα σε δυό σύννεφα σκόνης. Όλο και πλησιάζουν. Ο πρώτος φαίνεται αξιωματικός, ο δεύτερος εύζωνας. Μόλις έφτασαν στην είσοδο, ο αξιωματικός αφήνει απότομα τα ηνία του αλόγου, πιάνει με τα δυό του χέρια τη σέλλα και με μια σβέλτη ακροβατική κίνησι πηδάει ολόρθος στη γή. Ένας συνταγματάρχης, ψηλός ξερακιανός, σχεδόν μαύρος, μ’ ένα τσιγγελωτό μουστάκι, με μάγουλα ρουφηγμένα. Πολύχρωμα τετραγωνάκια φιγουράρουν στο στήθος του αμπέχωνου. Τα διάσημα. Στο αριστερό μανίκι τα εξάμηνα του μετώπου. Στο δεξί τα τεθλασμένα σήματα των τραυμάτων. Με δέος σταθήκαμε κλαρίνο. ΄Ετσι ψηλός κι’ αγριωπός, καθώς στάθηκε μπροστά μας, μας έμπηξε το φοβερό του βλέμμα. Για να μη μας κουράζη στη στάσι προσοχής και στη στάσι του χαιρετισμού, μας άδραξε με τα στιβαρά του χέρια τα δεξιά μας χέρια και μας τα κατέβασε. Μας ρωτούσε αρκετή ώρα για την εργασία του σταδίου. Ύστερα έκανε μια βόλτα στο στάδιο. Με το συνάδελφό μου υπολογίσαμε ότι αυτός έπρεπε να ήταν ο Πλαστήρας. Πλησίασα τον τσολιά που κρατούσε τ’ άλογα και τον ρώτησα για να βεβαιωθώ. -Ποιος είναι συνάδελφε αυτός ο συνταγματάρχης;
Ο τσολιάς φάνηκε σαν να παραξενεύτηκε για την ανόητη ερώτησή μου, για κάτι που έπρεπε να ξέρω.
-Δεν τούν ξέρτε; Ου Πλαστήρας.
Ο Πλαστήρας σε λίγο πέρασε πάλι μπροστά μας. Με την ίδια σβέλτη κίνηση ανέβηκε στο άλογό του. Το ψαρί του άλογο χοροπήδησε για λίγο. Έτσι λεβέντης, σαν Άη-Γιώργης καβαλάρης χάθηκε προς την ίδια κατεύθυνση, προς το βάθος του μικρασιατικού κάμπου.
Ένας ποδοσφαιρικός αγώνας
…Καιρός είναι τώρα να παρακολουθήσουμε κι’ έναν ενδιαφέροντα ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ του συντάγματος ευζώνων και της πρώτης μεραρχίας. Παρωδία ποδοσφαίρου, που προκαλούσε δέος στην αντίπαλο ομάδα των ευζώνων και γέλια στους θεατές. Οι εύζωνοι κυνηγούσαν τη μπάλα ορμητικά σα σμήνη καμικάζι! Έντρομος ο διαιτητής έπιασε τη μια πλευρά του γηπέδου και σφύριζε χωρίς κανείς να τον ακούη. Οι αντίπαλοι των ευζώνων ποδοσφαιριστές της μεραρχίας έτρεχαν κι αυτοί ν’ αποφύγουν τη μάχη σώμα προς σώμα. Κι’ έτσι «αντιστάσεως μη ούσης» νίκησαν οι εύζωνες χειροκροτηθέντες θερμά από τους θεατές….».
(Από το βιβλίο του Κώστα Ντούλα, Ένας φαντάρος θυμάται τον Μικρασιατικό πόλεμο, Αθήνα 1976, σελίδες 45, 46, 47).
Όμως και τα αισθήματα των τούρκων για τον Πλαστήρα και τους ευζώνους του φαίνονται από μαρτυρία άλλου στρατιώτη, που αιχμαλωτίσθηκε κατά την οπισθοχώρηση τον Αύγουστο του 1922 κοντά στο Ουσάκ:
«…Μας πλησιάζει ένας αξιωματικός με στρατιώτας φορτωμένους με δεκάδες πακέτα σιγαρέττα για να τα δώση δήθεν σε όσους θα του δώσουν την πληροφορία που ήθελε:
-Καραπιπέρ βάρ μου; (εννοούσε εάν ήταν μεταξύ των αιχμαλώτων ο Πλαστήρας. Έτσι τον έλεγαν οι Τούρκοι). Άλλος υπαξιωματικός μας ρωτούσε:
-Σεϊτάν ασκέρ βάρμου; (εννοούσε εάν είχαμε μεταξύ μας τσολιάδες-διαβολοστρατιώτες). Αυτοί τους είχαν κάψη την καρδιά! Αυτοί τους είχαν εξευτελίση σε τέτοιο βαθμό, που ενόμιζαν πως οι τσολιάδες ήσαν υπεράνθρωπα όντα.
Ομολογώ κι εγώ, τους τρόμαξα στις επιθέσεις τους τσολιάδες, κυρίως στο Τομλού Μπουνάρ˙ κι’ ως είδα τότε ξαφνικά ένα συμμαθητή μου της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, ντυμένο τσολιά στο Σύνταγμα του Πλαστήρα, κι’ ήσαν πολλοί Σμυρνιοί τσολιάδες στο Σύνταγμά του. Δοξασμένη φούντα, έγινες θρύλος.
Και δός του ο Τούρκος αξιωματικός να ερωτά όλους:
-Σεϊτάν ασκέρ, βάρ μου;
Εννοείται από κανένα μας δεν πήρε την απάντησι που περίμενε. Στο τέλος απελπίστηκε κι’ έφυγε…».
(Από το βιβλίο του Χρήστου Α. Σπανομανώλη, Αιχμάλωτοι των Τούρκων, Αύγουστος 1922-Αύγουστος 1923, Αθήναι 1969, σελίδα 55).
Υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Πλαστήρα το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων έφτασε μέχρι το Καλέ Γκρόττο, 65 χιλιόμετρα έξω από την Άγκυρα. Κατά την οπισθοχώρηση τον Αύγουστο του 1922 ήταν η οπισθοφυλακή του ατάκτως υποχωρούντως ελληνικού στρατού και αμάχου πληθυσμού. Έδωσε νικηφόρα μάχη για τα ελληνικά όπλα στο Σαλιχλή στις 23 Αυγούστου 1922. Εκεί καθήλωσε και απώθησε δεκαπλάσιες δυνάμεις τουρκικού ιππικού του περίφημου Φαχρεντίν, δίνοντας την ευκαιρία στον υπόλοιπο ελληνικό στρατό να διαφύγει. Οπισθοχώρησε συντεταγμένα μέχρι τον Τσεσμέ αποκρούοντας και καθυστερώντας την τουρκική προέλαση. Λίγο πριν αποχωρήσει από τη Μικρά Ασία στη θέση Σταυρός κοντά στον Τσεσμέ επιτέθηκε και σκότωσε 147 τούρκους ιππείς, χάνοντας την ευκαιρία για μεγαλύτερη νίκη, αφού κάποιος λοχίας εύζωνας βιάστηκε να πυροβολήσει. Από εκεί πέρασε απέναντι στη Χίο. Ήταν η τελευταία ελληνική μονάδα που εγκατέλειψε τη Μικρά Ασία στις 2 Σεπτεμβρίου 1922, αφού πρώτα ο σαλπιστής της σάλπισε τη «Θοδώρα», το πολεμικό εμβατήριο του συντάγματος.
Μετά την επιστροφή του από τη Μικρά Ασία εγκαταστάθηκε πάλι στη Λαμία. Με τον νέο οργανισμό στρατού του 1935 (νομοθετικό διάταγμα της 4ης Σεπτεμβρίου 1935) μετονομάσθηκε σε 42 Σύνταγμα Ευζώνων Λαμίας. Το στρατόπεδό του βρισκόταν εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Μεραρχία Υποστηρίξεως (Στρατόπεδον Αθανασίου Διάκου) στο Παγκράτι, στο δρόμο προς το Καρπενήσι (εικ.3,4). Μικρή δύναμή του βρισκόταν στο κάστρο για την αναστολή-υποστολή της σημαίας. Η στέγασή της γινόταν στον στρατώνα του κάστρου, το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας. Εκεί στο Ι/42 Τάγμα υπηρέτησε τη θητεία του και ο θείος μου αδελφός της μητέρας μου Νικόλαος Δ. Γκέκας (εικ.5,6) με ταγματάρχη τον Ανδρέα Μ. Καραμέρη, καταγόμενο από το Μαρτίνο Φθιώτιδας. Ο Καραμέρης ήταν προσωπικός φίλος του παππού μου Δημητρίου Α. Γκέκα και είχε επισκευθεί πολλές φορές το σπίτι του στον Σταυρό. Για τον Ανδρέα Μ. Καραμέρη, τον θρυλικό ταγματάρχη των ευζώνων, περισσότερες πληροφορίες μπορεί να αντλήσει ο αναγνώστης από το φύλλο 16 (σελίδες 3, 4 και 13) την τοπικής εφημερίδας του Μαρτίνου ΑΙΑΣ Ο ΛΟΚΡΟΣ στη διεύθυνση : http://www.martino.gr/.
Στις 29 Αυγούστου 1940 επιστρατεύθηκαν οι έφεδροί του και στις 10 το βράδυ της 4ης Σεπτεμβρίου 1940, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Παπαδημητρόπουλου, αναχώρησε σιδηροδρομικά για Καλαμπάκα. Όλος ο λαός της Λαμίας και των περιχώρων κατέκλυσε το Σιδηροδρομικό Σταθμό Λιανοκλαδίου για να ξεπροβοδίσει τους ευζώνους. Από την Καλαμπάκα με πορεία μέσω Μετσόβου μετέβη στα Γιάννενα. Έτσι στις 28 Οκτωβρίου 1940 βρέθηκε στην πρώτη γραμμή, μαζί με το 15ο Σύνταγμα Πεζικού Ιωαννίνων απέναντι από την τεθωρακισμένη ιταλική μεραρχία «Κένταυροι». Αφού αποκρούσθηκε η επίθεση των Ιταλών έφτασε μέχρι το Μάλι Σπατ του Τεπελενίου. Οι νεκροί Ρουμελιώτες εύζωνοι του αλβανικού έπους τραγουδήθηκαν με το εξής δημοτικό τραγούδι:
«Τ’ έχεις, καημένε κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις.
Μήνα διψάς για γαίματα, μήνα πεινάς για κρέας;
Πέτα ψηλά στο Λάμποβο, ψηλά στο Τεπελένι,
Που πολεμούν τ’ αδέρφια μας μ’ ασκέρια Ιταλιάνων.
Εκεί θα βρεις τα αίματα, εκεί θα βρεις το κρέας,
εκεί κορμάκια κείτονται ηρωικών τσολιάδων,
τσολιάδων του Τριανταεννιά και του Σαρανταδύο.1
Δεν έχουν μάνα να τους δει, γυναίκα να τους κλάψει.
Έχουν τους όλμους συντροφιά, προσκέφαλο μια πέτρα
Και για πανωσκεπάσματα τους πάγους και τα χιόνια.»2
Μετά την εισβολή των Γερμανών τον Απρίλιο του 1941, το 42 Σύνταγμα Ευζώνων οπισθοχώρησε προς τα Γιάννενα, όπου και διαλύθηκε. Οι εύζωνοι επέστρεψαν στα σπίτια τους μέσα από δύσβατες ορεινές περιοχές για να αποφύγουν τις κατοχικές δυνάμεις.
Σήμερα σε ανάμνηση της ένδοξης ιστορίας του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων υπάρχει στην Πλατεία Πάρκου της Λαμίας από το 1962 ο ανδριάντας του Τσολιά (εικ.7). Επίσης στο λόφο Κουκουβάγια απέναντι από το Σταυρό Λαμίας αναγράφεται με μεγάλα γράμματα το ΟΧΙ, σε ανάμνηση της συμβολής του συντάγματος στην απόκρουση της ιταλικής επίθεσης του 1940.
2. Πλαστήρας Νικόλαος (1883-1953
Γεννήθηκε στο χωριό Μορφοβούνι Καρδίτσας στις 4 Νοεμβρίου 1883. Αφού τελείωσε το γυμνάσιο κατατάχθηκε εθελοντής με το βαθμό του δεκανέα στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων το 1903. Έλαβε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα το 1905. Το 1910 εισήχθη στη Σχολή Υπαξιωματικών Κερκύρας από την οποία αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός το 1912. Με το βαθμό αυτό έλαβε μέρος στους Βαλκανικού Πολέμους του 1912-1913. Διακρίθηκε στις μάχες της Ελασσόνας, των Γιαννιτσών και του Λαχανά, όπου οι συμπολεμιστές του τον ονόμασαν «Μαύρο Καβαλάρη». Στον Εθνικό Διχασμό συντάχθηκε με το κίνημα της Εθνικής Άμυνας, που έκανε ο Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη. Πολέμησε στο Μακεδονικό Μέτωπο, όπου τραυματίσθηκε και προήχθη σε ταγματάρχη. Στη μάχη του Σκρά προήχθη επ΄ ανδραγαθία σε αντισυνταγματάρχη.
Στις αρχές του 1919 τοποθετήθηκε διοικητής στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή της Καβάλας και του οποίου ο διοικητής συνταγματάρχης Κόντος παραιτήθηκε για λόγους υγείας. Με το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων συμμετείχε στη συμμαχική εκστρατεία υποστήριξης του ρωσικού «Λευκού Στρατού» στην Ουκρανία εναντίον των Μπολσεβίκων του Λένιν, όπου και αρρώστησε από φυματίωση. Εκεί προήχθη σε συνταγματάρχη και κατόπιν μέσω Ρουμανίας βρέθηκε στη Σμύρνη.
Στη Μικρασιατική εκστρατεία έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες με λίγες απώλειες. Οι τούρκοι τον αποκαλούσαν Καραπιπέρ (= μαύρο πιπέρι) και το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων σεϊτάν ασκέρ (= ο στρατός του διαβόλου). Κατά τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα το καλοκαίρι του 1921 έφτασε μέχρι το Καλέ Γκρότο, πέρα από το Σαγγάριο. Μετά την κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922, υποχωρώντας συντεταγμένα, μάζεψε στρατιώτες από διαλυμένες μονάδες. Με το απόσπασμά του προστάτευσε τον άμαχο μικρασιατικό πληθυσμό. Γι΄ αυτό και επειδή υιοθέτησε ορφανά παιδιά της Μικράς Ασίας, αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους πρόσφυγες. Πολλοί βάφτιζαν τα παιδιά τους με το όνομα Πλαστήρας.
Μέσω του Τσεσμέ έφτασε στη Χίο, απ΄ όπου μαζί με τον Στυλιανό Γονατά έκαναν κίνημα, υποχρέωσαν το βασιλιά Κωνσταντίνο σε παραίτηση υπέρ του γιού του Γεωργίου και σχημάτισε επαναστατική κυβέρνηση. Μαζί με τον Θεόδωρο Πάγκαλο αναδιοργάνωσε και ανασύνταξε τη Στρατιά του Έβρου. Ενίσχυσε έτσι την διαπραγματευτική ισχύ του Βενιζέλου στη Λοζάνη της Ελβετίας και περιόρισε τις απαιτήσεις του Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ). Με μία αμφιλεγόμενη απόφασή του προσήγαγε σε δίκη τους πολιτικούς και στρατιωτικούς υπεύθυνους της ήττας στη Μικρά Ασία (Δίκη των Έξι), οι οποίοι εκτελέσθηκαν στο Γουδί. Στις 16 Δεκεμβρίου 1923 οδήγησε τη χώρα σε εκλογές και παρέδωσε την εξουσία στους πολιτικούς. Αποστρατεύθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1924 με το βαθμό του αντιστράτηγου. Για λόγους υγείας έζησε στην Ευρώπη, ενώ το 1925 εξορίσθηκε στην Ιταλία από τη δικτατορία του Θεοδώρου Πάγκαλου, μετά την προσπάθειά του να τον ανατρέψει.
Τα η νύχτα της 5ης προς 6ην Μαρτίου 1933 οργάνωσε κίνημα υπέρ του Βενιζέλου καθώς τις εκλογές που διεξήχθησαν, κέρδισε η αντιβενιζελική παράταξη του Παναγή Τσαλδάρη. Το κίνημα απέτυχε και ο ίδιος κατέφυγε στο εξωτερικό. Την 1η Μαρτίου 1935 από το εξωτερικό όπου βρισκόταν, προσπάθησε πάλι να οργανώσει κίνημα υπέρ του Βενιζέλου αλλά απέτυχε και καταδικάσθηκε ερήμην σε θάνατο. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι στην καταστολή του κινήματος στον Στρυμόνα ποταμό, συμμετείχε και η παλιά του μονάδα, το 42ο Σύνταγμα Ευζώνων Λαμίας υπό τη διοίκηση του Λαμιώτη συνταγματάρχη Ραπτοδήμου.
Κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940 έγραψε επιστολή προς την ελληνική κυβέρνηση, με την οποία την καλούσε να συνθηκολογήσει με την Ιταλία. Η επιστολή αυτή του στοίχισε πολιτικά αργότερα. Μετά την απελευθέρωση και τα «Δεκεμβριανά» ο Πλαστήρας διορίζεται πρωθυπουργός στις 3 Ιανουαρίου 1945. Επί πρωθυπουργίας του υπογράφηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας, σύμφωνα με την οποία οι κομμουνιστές θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους. Παραιτήθηκε στις 10 Απριλίου 1945 εξαιτίας της δημοσίευσης σε εφημερίδα της επιστολής του, με την οποία ζητούσε συνθηκολόγηση με την Ιταλία το 1940.
Στις 15 Απριλίου 1950 σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού έως τις 21 Αυγούστου 1950. Το ίδιο και από 1 Νοεμβρίου 1951 έως τις 11 Οκτωβρίου 1952. Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών κυβερνήσεων Πλαστήρα η Ελλάδα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ και απεστάλη εκστρατευτικό σώμα στην Κορέα. Στις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952 νικητής ανεδείχθη ο στρατάρχης Παπάγος.
Στις 3 Μαρτίου 1953 το κόμμα του Πλαστήρα διασπάται. Ο ίδιος σε ηλικία 70 ετών, καταβεβλημένος από αλλεπάλληλα καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 26 Ιουλίου 1953, εξαιτίας ενός νέου καρδιακού εμφράγματος. Στην κηδεία του δόθηκε επίσημος χαρακτήρας, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη. Παραβρέθηκε ο βασιλιάς Παύλος και όλος ο πολιτικός κόσμος. Με διαταγή του πρωθυπουργού και παλιού συμπολεμιστή του στη Μικρά Ασία Αλεξάνδρου Παπάγου οι σημαίες αναρτήθηκαν μεσίστιες. Παλιοί εύζωνοι του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων εθεάθησαν στην κηδεία να θρηνούν πάνω από τη σωρό του συμπολεμιστή τους.
http://www.outsis.gr/
Το Α΄ Σώμα Στρατού με έδρα την Αθήνα περιελάμβανε την Ιη Μεραρχία με έδρα τη Λάρισα, την ΙΙα Μεραρχία με έδρα την Αθήνα και τη ΧΙΙΙη Μεραρχία με έδρα τη Χαλκίδα.
Η ΧΙΙΙη Μεραρχία αποτελούνταν από το 3ο Σύνταγμα Πεζικού με έδρα τη Χαλκίδα, το 2ο Σύνταγμα Πεζικού και το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων με έδρα τη Λαμία. Επίσης και την ΧΙΙΙη Μοίρα Ορειβατικού Πυροβολικού με έδρα τη Χαλκίδα.
Η Λαμία υπήρξε η έδρα δύο σπουδαίων μονάδων του ελληνικού στρατού: του 2ου Συντάγματος Πεζικού και του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων. Στο 2ο Σύνταγμα Πεζικού υπηρετούσαν κληρωτοί και επιστρατευμένοι έφεδροι των νομών Φθιώτιδας, Βοιωτίας, Φωκίδας και Ευβοίας. Στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων καλούνταν οι κληρωτοί στρατεύσιμοι από τα ορεινά χωριά των νομών Φθιώτιδας, Ευρυτανίας, Φωκίδας και Βοιωτίας. Ήταν οι βουνίσιοι Ρουμελιώτες εύζωνοι, που έφεραν μέσα τους έντονη την κλέφτικη παράδοση της Ρούμελης.
Την 1 Δεκεμβρίου 1916 το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων λόγω των φιλοβασιλικών πεποιθήσεων των αξιωματικών και οπλιτών του, μεταφέρθηκε από τη Λαμία στη Χαλκίδα κατόπιν τελεσιγράφου των αγγλογαλλικών δυνάμεων της Αντάτ (εικ.1). Ήταν η περίοδος των Νοεμβριανών και του Εθνικού Διχασμού. Από τη Χαλκίδα αναχώρησε το 1918 για το μέτωπο του Στρυμόνα στη Μακεδονία.
Στις αρχές του 1919 δύο ελληνικές μεραρχίες, η ΙΙα και η ΧΙΙΙη, σύνολο 23.000 άνδρες, αναχώρησαν από τις Ελευθερές Καβάλας για την Ουκρανία. Σκοπός ήταν η καταστολή της μπολσεβίκικης επανάστασης. Υπό την ΧΙΙΙη Μεραρχία υπαγόταν και το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Η εκστρατεία τελείωσε άδοξα εξαιτίας της συντριπτικής υπεροχής των μπολσεβίκων του Αταμάν Γκριγκόριεφ. Η υποχώρηση πραγματοποιήθηκε προς τη σημερινή Μολδαβία και κατόπιν Ρουμανία. Στο Γαλάτσι της Ρουμανίας οι ελληνικές δυνάμεις επιβιβάστηκαν σε πλοία και μέσω Δούναβη-Μαύρης Θάλασσας-Βοσπόρου-Αιγαίου μετέβησαν στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας.
Στη Μικρά Ασία το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων αναδείχθηκε στην πιο επίλεκτη μονάδα του ελληνικού στρατού. Οι Τούρκοι το αποκαλούσαν σεϊτάν ασκέρ (τουρκ. seytanasker=ο στρατός του σατανά) εξαιτίας του πανικού που προκαλούσε με τα αιφνιδιαστικά χτυπήματά του. Τον συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα αποκαλούσαν Καραπιπέρ (τουρκ. Karapiper=μαύρο πιπέρι) εξαιτίας του μελαψού χρώματός του. Ενδεικτικό του πως έβλεπαν οι άλλοι Έλληνες στρατιώτες τους ευζώνους του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων είναι η μαρτυρία ενός στρατιώτη του πεζικού που ακολουθεί:
«Ένας μαύρος καβαλάρης
….Κάποια μέρα είδαμε να κυκλοφορούν πολλοί εύζωνοι. Ήταν το 5/42 των Ευζώνων του Πλαστήρα, που ήρθε για ανάπαυσι από το μέτωπο. Το ευζωνικό του Πλαστήρα από τότε το περιέβαλε κάποιος θρύλος. Μου έκαναν εξαιρετική εντύπωσι αυτοί οι νευρώδεις, ηλιοκαμένοι άντρες. Είχαν αλήθεια επάνω τους κάτι το ρωμαλέο, το αντρίκιο, το ασήκικο. Εθεωρείτο η πιο εκλεχτή πολεμική μονάδα. Το «σαϊτάν ασκέρ», όπως το έλεγαν οι Τούρκοι.
Ένα άχρωμο και άτονο ηλιοβασίλεμα ξεψυχάει στον κάμπο του Αφιόν Καραχισάρ….Στο βάθος του κάμπου δυό καβαλάρηδες καλπάζουν προς το μέρος μας μέσα σε δυό σύννεφα σκόνης. Όλο και πλησιάζουν. Ο πρώτος φαίνεται αξιωματικός, ο δεύτερος εύζωνας. Μόλις έφτασαν στην είσοδο, ο αξιωματικός αφήνει απότομα τα ηνία του αλόγου, πιάνει με τα δυό του χέρια τη σέλλα και με μια σβέλτη ακροβατική κίνησι πηδάει ολόρθος στη γή. Ένας συνταγματάρχης, ψηλός ξερακιανός, σχεδόν μαύρος, μ’ ένα τσιγγελωτό μουστάκι, με μάγουλα ρουφηγμένα. Πολύχρωμα τετραγωνάκια φιγουράρουν στο στήθος του αμπέχωνου. Τα διάσημα. Στο αριστερό μανίκι τα εξάμηνα του μετώπου. Στο δεξί τα τεθλασμένα σήματα των τραυμάτων. Με δέος σταθήκαμε κλαρίνο. ΄Ετσι ψηλός κι’ αγριωπός, καθώς στάθηκε μπροστά μας, μας έμπηξε το φοβερό του βλέμμα. Για να μη μας κουράζη στη στάσι προσοχής και στη στάσι του χαιρετισμού, μας άδραξε με τα στιβαρά του χέρια τα δεξιά μας χέρια και μας τα κατέβασε. Μας ρωτούσε αρκετή ώρα για την εργασία του σταδίου. Ύστερα έκανε μια βόλτα στο στάδιο. Με το συνάδελφό μου υπολογίσαμε ότι αυτός έπρεπε να ήταν ο Πλαστήρας. Πλησίασα τον τσολιά που κρατούσε τ’ άλογα και τον ρώτησα για να βεβαιωθώ. -Ποιος είναι συνάδελφε αυτός ο συνταγματάρχης;
Ο τσολιάς φάνηκε σαν να παραξενεύτηκε για την ανόητη ερώτησή μου, για κάτι που έπρεπε να ξέρω.
-Δεν τούν ξέρτε; Ου Πλαστήρας.
Ο Πλαστήρας σε λίγο πέρασε πάλι μπροστά μας. Με την ίδια σβέλτη κίνηση ανέβηκε στο άλογό του. Το ψαρί του άλογο χοροπήδησε για λίγο. Έτσι λεβέντης, σαν Άη-Γιώργης καβαλάρης χάθηκε προς την ίδια κατεύθυνση, προς το βάθος του μικρασιατικού κάμπου.
Ένας ποδοσφαιρικός αγώνας
…Καιρός είναι τώρα να παρακολουθήσουμε κι’ έναν ενδιαφέροντα ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ του συντάγματος ευζώνων και της πρώτης μεραρχίας. Παρωδία ποδοσφαίρου, που προκαλούσε δέος στην αντίπαλο ομάδα των ευζώνων και γέλια στους θεατές. Οι εύζωνοι κυνηγούσαν τη μπάλα ορμητικά σα σμήνη καμικάζι! Έντρομος ο διαιτητής έπιασε τη μια πλευρά του γηπέδου και σφύριζε χωρίς κανείς να τον ακούη. Οι αντίπαλοι των ευζώνων ποδοσφαιριστές της μεραρχίας έτρεχαν κι αυτοί ν’ αποφύγουν τη μάχη σώμα προς σώμα. Κι’ έτσι «αντιστάσεως μη ούσης» νίκησαν οι εύζωνες χειροκροτηθέντες θερμά από τους θεατές….».
(Από το βιβλίο του Κώστα Ντούλα, Ένας φαντάρος θυμάται τον Μικρασιατικό πόλεμο, Αθήνα 1976, σελίδες 45, 46, 47).
Όμως και τα αισθήματα των τούρκων για τον Πλαστήρα και τους ευζώνους του φαίνονται από μαρτυρία άλλου στρατιώτη, που αιχμαλωτίσθηκε κατά την οπισθοχώρηση τον Αύγουστο του 1922 κοντά στο Ουσάκ:
«…Μας πλησιάζει ένας αξιωματικός με στρατιώτας φορτωμένους με δεκάδες πακέτα σιγαρέττα για να τα δώση δήθεν σε όσους θα του δώσουν την πληροφορία που ήθελε:
-Καραπιπέρ βάρ μου; (εννοούσε εάν ήταν μεταξύ των αιχμαλώτων ο Πλαστήρας. Έτσι τον έλεγαν οι Τούρκοι). Άλλος υπαξιωματικός μας ρωτούσε:
-Σεϊτάν ασκέρ βάρμου; (εννοούσε εάν είχαμε μεταξύ μας τσολιάδες-διαβολοστρατιώτες). Αυτοί τους είχαν κάψη την καρδιά! Αυτοί τους είχαν εξευτελίση σε τέτοιο βαθμό, που ενόμιζαν πως οι τσολιάδες ήσαν υπεράνθρωπα όντα.
Ομολογώ κι εγώ, τους τρόμαξα στις επιθέσεις τους τσολιάδες, κυρίως στο Τομλού Μπουνάρ˙ κι’ ως είδα τότε ξαφνικά ένα συμμαθητή μου της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, ντυμένο τσολιά στο Σύνταγμα του Πλαστήρα, κι’ ήσαν πολλοί Σμυρνιοί τσολιάδες στο Σύνταγμά του. Δοξασμένη φούντα, έγινες θρύλος.
Και δός του ο Τούρκος αξιωματικός να ερωτά όλους:
-Σεϊτάν ασκέρ, βάρ μου;
Εννοείται από κανένα μας δεν πήρε την απάντησι που περίμενε. Στο τέλος απελπίστηκε κι’ έφυγε…».
(Από το βιβλίο του Χρήστου Α. Σπανομανώλη, Αιχμάλωτοι των Τούρκων, Αύγουστος 1922-Αύγουστος 1923, Αθήναι 1969, σελίδα 55).
Υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Πλαστήρα το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων έφτασε μέχρι το Καλέ Γκρόττο, 65 χιλιόμετρα έξω από την Άγκυρα. Κατά την οπισθοχώρηση τον Αύγουστο του 1922 ήταν η οπισθοφυλακή του ατάκτως υποχωρούντως ελληνικού στρατού και αμάχου πληθυσμού. Έδωσε νικηφόρα μάχη για τα ελληνικά όπλα στο Σαλιχλή στις 23 Αυγούστου 1922. Εκεί καθήλωσε και απώθησε δεκαπλάσιες δυνάμεις τουρκικού ιππικού του περίφημου Φαχρεντίν, δίνοντας την ευκαιρία στον υπόλοιπο ελληνικό στρατό να διαφύγει. Οπισθοχώρησε συντεταγμένα μέχρι τον Τσεσμέ αποκρούοντας και καθυστερώντας την τουρκική προέλαση. Λίγο πριν αποχωρήσει από τη Μικρά Ασία στη θέση Σταυρός κοντά στον Τσεσμέ επιτέθηκε και σκότωσε 147 τούρκους ιππείς, χάνοντας την ευκαιρία για μεγαλύτερη νίκη, αφού κάποιος λοχίας εύζωνας βιάστηκε να πυροβολήσει. Από εκεί πέρασε απέναντι στη Χίο. Ήταν η τελευταία ελληνική μονάδα που εγκατέλειψε τη Μικρά Ασία στις 2 Σεπτεμβρίου 1922, αφού πρώτα ο σαλπιστής της σάλπισε τη «Θοδώρα», το πολεμικό εμβατήριο του συντάγματος.
Μετά την επιστροφή του από τη Μικρά Ασία εγκαταστάθηκε πάλι στη Λαμία. Με τον νέο οργανισμό στρατού του 1935 (νομοθετικό διάταγμα της 4ης Σεπτεμβρίου 1935) μετονομάσθηκε σε 42 Σύνταγμα Ευζώνων Λαμίας. Το στρατόπεδό του βρισκόταν εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Μεραρχία Υποστηρίξεως (Στρατόπεδον Αθανασίου Διάκου) στο Παγκράτι, στο δρόμο προς το Καρπενήσι (εικ.3,4). Μικρή δύναμή του βρισκόταν στο κάστρο για την αναστολή-υποστολή της σημαίας. Η στέγασή της γινόταν στον στρατώνα του κάστρου, το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας. Εκεί στο Ι/42 Τάγμα υπηρέτησε τη θητεία του και ο θείος μου αδελφός της μητέρας μου Νικόλαος Δ. Γκέκας (εικ.5,6) με ταγματάρχη τον Ανδρέα Μ. Καραμέρη, καταγόμενο από το Μαρτίνο Φθιώτιδας. Ο Καραμέρης ήταν προσωπικός φίλος του παππού μου Δημητρίου Α. Γκέκα και είχε επισκευθεί πολλές φορές το σπίτι του στον Σταυρό. Για τον Ανδρέα Μ. Καραμέρη, τον θρυλικό ταγματάρχη των ευζώνων, περισσότερες πληροφορίες μπορεί να αντλήσει ο αναγνώστης από το φύλλο 16 (σελίδες 3, 4 και 13) την τοπικής εφημερίδας του Μαρτίνου ΑΙΑΣ Ο ΛΟΚΡΟΣ στη διεύθυνση : http://www.martino.gr/.
Στις 29 Αυγούστου 1940 επιστρατεύθηκαν οι έφεδροί του και στις 10 το βράδυ της 4ης Σεπτεμβρίου 1940, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Παπαδημητρόπουλου, αναχώρησε σιδηροδρομικά για Καλαμπάκα. Όλος ο λαός της Λαμίας και των περιχώρων κατέκλυσε το Σιδηροδρομικό Σταθμό Λιανοκλαδίου για να ξεπροβοδίσει τους ευζώνους. Από την Καλαμπάκα με πορεία μέσω Μετσόβου μετέβη στα Γιάννενα. Έτσι στις 28 Οκτωβρίου 1940 βρέθηκε στην πρώτη γραμμή, μαζί με το 15ο Σύνταγμα Πεζικού Ιωαννίνων απέναντι από την τεθωρακισμένη ιταλική μεραρχία «Κένταυροι». Αφού αποκρούσθηκε η επίθεση των Ιταλών έφτασε μέχρι το Μάλι Σπατ του Τεπελενίου. Οι νεκροί Ρουμελιώτες εύζωνοι του αλβανικού έπους τραγουδήθηκαν με το εξής δημοτικό τραγούδι:
«Τ’ έχεις, καημένε κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις.
Μήνα διψάς για γαίματα, μήνα πεινάς για κρέας;
Πέτα ψηλά στο Λάμποβο, ψηλά στο Τεπελένι,
Που πολεμούν τ’ αδέρφια μας μ’ ασκέρια Ιταλιάνων.
Εκεί θα βρεις τα αίματα, εκεί θα βρεις το κρέας,
εκεί κορμάκια κείτονται ηρωικών τσολιάδων,
τσολιάδων του Τριανταεννιά και του Σαρανταδύο.1
Δεν έχουν μάνα να τους δει, γυναίκα να τους κλάψει.
Έχουν τους όλμους συντροφιά, προσκέφαλο μια πέτρα
Και για πανωσκεπάσματα τους πάγους και τα χιόνια.»2
Μετά την εισβολή των Γερμανών τον Απρίλιο του 1941, το 42 Σύνταγμα Ευζώνων οπισθοχώρησε προς τα Γιάννενα, όπου και διαλύθηκε. Οι εύζωνοι επέστρεψαν στα σπίτια τους μέσα από δύσβατες ορεινές περιοχές για να αποφύγουν τις κατοχικές δυνάμεις.
Σήμερα σε ανάμνηση της ένδοξης ιστορίας του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων υπάρχει στην Πλατεία Πάρκου της Λαμίας από το 1962 ο ανδριάντας του Τσολιά (εικ.7). Επίσης στο λόφο Κουκουβάγια απέναντι από το Σταυρό Λαμίας αναγράφεται με μεγάλα γράμματα το ΟΧΙ, σε ανάμνηση της συμβολής του συντάγματος στην απόκρουση της ιταλικής επίθεσης του 1940.
2. Πλαστήρας Νικόλαος (1883-1953
Γεννήθηκε στο χωριό Μορφοβούνι Καρδίτσας στις 4 Νοεμβρίου 1883. Αφού τελείωσε το γυμνάσιο κατατάχθηκε εθελοντής με το βαθμό του δεκανέα στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων το 1903. Έλαβε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα το 1905. Το 1910 εισήχθη στη Σχολή Υπαξιωματικών Κερκύρας από την οποία αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός το 1912. Με το βαθμό αυτό έλαβε μέρος στους Βαλκανικού Πολέμους του 1912-1913. Διακρίθηκε στις μάχες της Ελασσόνας, των Γιαννιτσών και του Λαχανά, όπου οι συμπολεμιστές του τον ονόμασαν «Μαύρο Καβαλάρη». Στον Εθνικό Διχασμό συντάχθηκε με το κίνημα της Εθνικής Άμυνας, που έκανε ο Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη. Πολέμησε στο Μακεδονικό Μέτωπο, όπου τραυματίσθηκε και προήχθη σε ταγματάρχη. Στη μάχη του Σκρά προήχθη επ΄ ανδραγαθία σε αντισυνταγματάρχη.
Στις αρχές του 1919 τοποθετήθηκε διοικητής στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή της Καβάλας και του οποίου ο διοικητής συνταγματάρχης Κόντος παραιτήθηκε για λόγους υγείας. Με το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων συμμετείχε στη συμμαχική εκστρατεία υποστήριξης του ρωσικού «Λευκού Στρατού» στην Ουκρανία εναντίον των Μπολσεβίκων του Λένιν, όπου και αρρώστησε από φυματίωση. Εκεί προήχθη σε συνταγματάρχη και κατόπιν μέσω Ρουμανίας βρέθηκε στη Σμύρνη.
Στη Μικρασιατική εκστρατεία έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες με λίγες απώλειες. Οι τούρκοι τον αποκαλούσαν Καραπιπέρ (= μαύρο πιπέρι) και το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων σεϊτάν ασκέρ (= ο στρατός του διαβόλου). Κατά τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα το καλοκαίρι του 1921 έφτασε μέχρι το Καλέ Γκρότο, πέρα από το Σαγγάριο. Μετά την κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922, υποχωρώντας συντεταγμένα, μάζεψε στρατιώτες από διαλυμένες μονάδες. Με το απόσπασμά του προστάτευσε τον άμαχο μικρασιατικό πληθυσμό. Γι΄ αυτό και επειδή υιοθέτησε ορφανά παιδιά της Μικράς Ασίας, αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους πρόσφυγες. Πολλοί βάφτιζαν τα παιδιά τους με το όνομα Πλαστήρας.
Μέσω του Τσεσμέ έφτασε στη Χίο, απ΄ όπου μαζί με τον Στυλιανό Γονατά έκαναν κίνημα, υποχρέωσαν το βασιλιά Κωνσταντίνο σε παραίτηση υπέρ του γιού του Γεωργίου και σχημάτισε επαναστατική κυβέρνηση. Μαζί με τον Θεόδωρο Πάγκαλο αναδιοργάνωσε και ανασύνταξε τη Στρατιά του Έβρου. Ενίσχυσε έτσι την διαπραγματευτική ισχύ του Βενιζέλου στη Λοζάνη της Ελβετίας και περιόρισε τις απαιτήσεις του Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ). Με μία αμφιλεγόμενη απόφασή του προσήγαγε σε δίκη τους πολιτικούς και στρατιωτικούς υπεύθυνους της ήττας στη Μικρά Ασία (Δίκη των Έξι), οι οποίοι εκτελέσθηκαν στο Γουδί. Στις 16 Δεκεμβρίου 1923 οδήγησε τη χώρα σε εκλογές και παρέδωσε την εξουσία στους πολιτικούς. Αποστρατεύθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1924 με το βαθμό του αντιστράτηγου. Για λόγους υγείας έζησε στην Ευρώπη, ενώ το 1925 εξορίσθηκε στην Ιταλία από τη δικτατορία του Θεοδώρου Πάγκαλου, μετά την προσπάθειά του να τον ανατρέψει.
Τα η νύχτα της 5ης προς 6ην Μαρτίου 1933 οργάνωσε κίνημα υπέρ του Βενιζέλου καθώς τις εκλογές που διεξήχθησαν, κέρδισε η αντιβενιζελική παράταξη του Παναγή Τσαλδάρη. Το κίνημα απέτυχε και ο ίδιος κατέφυγε στο εξωτερικό. Την 1η Μαρτίου 1935 από το εξωτερικό όπου βρισκόταν, προσπάθησε πάλι να οργανώσει κίνημα υπέρ του Βενιζέλου αλλά απέτυχε και καταδικάσθηκε ερήμην σε θάνατο. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι στην καταστολή του κινήματος στον Στρυμόνα ποταμό, συμμετείχε και η παλιά του μονάδα, το 42ο Σύνταγμα Ευζώνων Λαμίας υπό τη διοίκηση του Λαμιώτη συνταγματάρχη Ραπτοδήμου.
Κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940 έγραψε επιστολή προς την ελληνική κυβέρνηση, με την οποία την καλούσε να συνθηκολογήσει με την Ιταλία. Η επιστολή αυτή του στοίχισε πολιτικά αργότερα. Μετά την απελευθέρωση και τα «Δεκεμβριανά» ο Πλαστήρας διορίζεται πρωθυπουργός στις 3 Ιανουαρίου 1945. Επί πρωθυπουργίας του υπογράφηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας, σύμφωνα με την οποία οι κομμουνιστές θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους. Παραιτήθηκε στις 10 Απριλίου 1945 εξαιτίας της δημοσίευσης σε εφημερίδα της επιστολής του, με την οποία ζητούσε συνθηκολόγηση με την Ιταλία το 1940.
Στις 15 Απριλίου 1950 σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού έως τις 21 Αυγούστου 1950. Το ίδιο και από 1 Νοεμβρίου 1951 έως τις 11 Οκτωβρίου 1952. Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών κυβερνήσεων Πλαστήρα η Ελλάδα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ και απεστάλη εκστρατευτικό σώμα στην Κορέα. Στις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952 νικητής ανεδείχθη ο στρατάρχης Παπάγος.
Στις 3 Μαρτίου 1953 το κόμμα του Πλαστήρα διασπάται. Ο ίδιος σε ηλικία 70 ετών, καταβεβλημένος από αλλεπάλληλα καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 26 Ιουλίου 1953, εξαιτίας ενός νέου καρδιακού εμφράγματος. Στην κηδεία του δόθηκε επίσημος χαρακτήρας, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη. Παραβρέθηκε ο βασιλιάς Παύλος και όλος ο πολιτικός κόσμος. Με διαταγή του πρωθυπουργού και παλιού συμπολεμιστή του στη Μικρά Ασία Αλεξάνδρου Παπάγου οι σημαίες αναρτήθηκαν μεσίστιες. Παλιοί εύζωνοι του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων εθεάθησαν στην κηδεία να θρηνούν πάνω από τη σωρό του συμπολεμιστή τους.
http://www.outsis.gr/





