Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

♥ Καρδίτσα: Άγνωστοι ήρωες της Μάχης της Κρήτης

Η Μάχη της Κρήτης

Του Απόστολου Φλωρίδη
Φεβρουάριος 1942. Δυο νέοι δεκαεννιάχρονοι, συναντιούνται στον σταθμό της Μαγούλας. Ο Νικήστρατος Παλάντζας από την Μαγούλα και ο Νίκος Κουτσιανάς από την Κρανιά. Γνωστοί και συμμαθητές από το Γυμνάσιο Φαναρίου θα συνταξιδεύανε για Αθήνα, όπου θα δίνανε εξετάσεις στη Σχολή Χωροφυλακής. Καλοί μαθητές όπως ήταν κι οι δυο τους, εισήλθαν στη σχολή χωρίς δυσκολία. 
Μετά όμως από λίγο διάστημα, τα σύννεφα του πολέμου ήταν ορατά και άρχισαν να σκεπάζουν τον αττικό ουρανό. Πριν ξεσπάσει η μπόρα, η Σχολή Χωροφυλακής παίρνει διαταγή να φύγει για την Κρήτη. Στις 9 Απριλίου, λοιπόν, φτάνουν στο Λαύριο και επιβιβάζονται στο αρματαγωγό «ΕΛΣΗ». Η δύναμη της Σχολής ήταν οχτώ λόχοι, δυνάμεως εννιακοσίων ανδρών. Το σούρουπο το «ΕΛΣΗ», συνοδεία δυο αντιτορπιλικών, ξεκινά για την Μεγαλόνησο. Το ηθικό των δόκιμων χωροφυλάκων ήταν μεγάλο. Οι Κρητικοί χορεύανε και τραγουδούσαν σε ρυθμούς κρητικούς και ήταν όλοι σε ευθυμία. Ο Νικήστρατος λέει στον Νίκο: «Εμείς δεν θα πούμε κανένα τραγούδι;». Παίζοντας, λοιπόν, κλαρίνο ένας Στερεοελλαδίτης, ο Νικήστρατος άρχισε να τραγουδά. Ενθουσιασμένος ο Νίκος του λέει: «Μπράβο, ρε φίλε, έχεις ωραία φωνή!».
Προς το ξημέρωμα φθάσανε στη Σούδα και άρχισε η αποβίβαση. Τρεις ώρες όμως μετά, το «ΕΛΣΗ» βομβαρδίστηκε από γερμανικά στούκας και δυστυχώς βυθίστηκε. Το βράδυ της ίδιας μέρας φύγανε για το Ρέθυμνο. Μπήκανε σε ένα παλαιό Γυμνάσιο και άρχισε η εντατική εκπαίδευση. Εκπαιδευτές δεν υπήρχαν κι έτσι οι αξιωματικοί τους, διαβάζοντας διάφορα εγχειρίδια, τους εκπαιδεύανε. Οι δυο φίλοι ήταν ενθουσιασμένοι και το ηθικό τους ανεβασμένο, καθώς και ολόκληρης της σχολής. 
Στις 18 Μαΐου ο λόχος τους παίρνει διαταγή να πάει στο αχρησιμοποίητο αεροδρόμιο ανατολικά του Ρεθύμνου για εξουδετέρωση αλεξιπτωτιστών, αν τυχόν γινόταν ρήψη. Πράγματι τα ξημερώματα της 20ής Μαΐου άρχισε ένας ανελέητος βομβαρδισμός. Ήταν προμήνυμα αποβάσεως και ρήψης αλεξιπτωτιστών. Το απόγευμα ο ουρανός συννέφιασε από τα πολύχρωμα αλεξίπτωτα των Γερμανών. Την άλλη μέρα στις 10 το πρωί άρχισε ο βομβαρδισμός και γύρω από τη θέση τους. Τι τους πρόδωσε κανείς δεν γνώριζε, ίσως οι ξιφολόγχες. Μια βόμβα σκότωσε 19 άτομα. Αφού ανασυνταχθήκανε ο λοχαγός τους είπε: «Αρχίζει η μάχη, τα πυρά είναι πραγματικά. Να εφαρμόσετε ό,τι μάθατε και προχωράτε». Αφού καθαρίσανε την περιοχή από αλεξιπτωτιστές, το βράδυ πήρανε διαταγή να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να ενωθούν με τον άλλο λόχο δυτικά. Ενωθήκανε με τον άλλο λόχο και αρχίσανε τις εκκαθαρίσεις. Ένα πολυβόλο ή έναν όλμο αν είχαν, θα ήταν σε καλύτερη θέση από τη δική τους πλευρά. Οι Γερμανοί ανενόχλητοι κατέβαιναν και καθάριζαν το έδαφος. Οι μάχη συνεχιζότανε, οι συνθήκες όμως ήταν πολύ άσχημες λόγω της ζέστης και της έλλειψης τροφίμων και νερού. Ο 7ος λόχος, ο δικός τους, πήρε διαταγή να φύγει για τον παραλιακό τομέα. Μπαίνοντας σε μια χαράδρα, ξεκινήσανε. Το απόγευμα όλη η χαράδρα βομβαρδιζότανε. Προχωρώντας βρήκαν μια μικρή πηγή νερού όπου έσβησαν τη δίψα τους. Ο Νικήστρατος πλησίασε τον Νίκο και του έδωσε θάρρος. Το πρωί ανεβήκανε το ύψωμα και καθίσανε λίγο για ξεκούραση. Ξαφνικά ακούστηκε ένας τηλεβόας από μπροστά να τους καλεί να παραδοθούν: «Πίσω σας είναι δύο άρματα. Οποιαδήποτε κίνηση αν κάνετε, να γνωρίζετε ότι θα είναι η τελευταία σας. Μην ξεχνάτε, εάν παραδοθείτε θα φύγετε για τα σπίτια σας». Ο αξιωματικός τους είπε ό, τι θέλει ο καθένας ας πράξει. Το μέρος είναι άγνωστο και δεν ξέρουμε πού οδηγεί. Εφτά άτομα μέσα σε αυτά ο Νίκος και ο Νικήστρατος παίρνουν την απόφαση να μη παραδοθούν. Μετά από περιπέτεια τεσσάρων ημερών πέσανε σε γερμανική περίπολο και τους πήγαν σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων στα Χανιά. Εδώ τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Το φαγητό τους ήταν μια κούπα τσάι και μια γαλέτα. Ευτυχώς οι χωριανοί τους πετούσαν ψωμί καρύδια και σταφίδες. Το χειρότερο όμως ήταν η αγγαρεία. Τους έστελναν να μαζεύουν πτώματα που ήταν σε αποσύνθεση και τα πιο πολλά ακρωτηριασμένα. Ο Νίκος με τον Νικήστρατο κατέστρωσαν ένα σχέδιο απόδρασης. Μια μέρα, λοιπόν, ενώ έφτιαχναν ένα χαράκωμα, ξεγλίστρησαν από την επίβλεψη του φρουρού και έφυγαν για το χωριό. Οι χωριανοί τους δεχθήκανε και τους κρύψανε. Τους έδωσαν να φάνε και την άλλη μέρα τους πήγαν στο μαντρί με τα πρόβατα όπου έμειναν δέκα πέντε μέρες. 
Τους πήρε μετά ένας Κρητικός και τους πήγε στην παραλία. Από εκεί, με μια βάρκα πήγανε σε ένα μέρος όπου τους περίμενε ένα καΐκι. Μπήκανε στο καΐκι μαζί με άλλους Έλληνες και πήγανε στον Κάβο Μαλιά Λακωνίας. 
Τα δύο παλικάρια πήγανε στην Διεύθυνση Χωροφυλακής. Ο διοικητής τους είπε ότι είναι ελεύθεροι να επιλέξουν αν θέλουν να μείνουν στο Σώμα της Χωροφυλακής ή να φύγουν. Ο Νικήστρατος κοίταζε τον Νίκο βούρκωσε και του είπε: «Εγώ, Νίκο, θα φύγω θα πάω στο χωριό». Ο Νίκος, σκέφτηκε λίγο και του απάντησε: «Εγώ θα μείνω. Ο πατέρας μου έχει εννέα παιδιά. Ποιόν θα πρωτοταΐσει. Έχουμε και πόλεμο». 
Ο διοικητής τους εφοδίασε με όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικά και φύγανε. Ο Νικήστρατος έφτασε στη Μαγούλα και άρχισε να ασχολείται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Παντρεύτηκε και έκανε μια αξιόλογη οικογένεια. Έφυγε από κοντά μας το 1996.
Ο Νίκος έφυγε για Αθήνα και παρουσιάστηκε στο ανεξάρτητο Τάγμα του Μακρυγιάννη. Μετά τον εμφύλιο έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Αξιωματικών Χωροφυλακής όπου και αρίστευσε. Από εδώ ξεκινά μια λαμπρή καριέρα για τον Νίκο. Εξάντλησε όλους τους βαθμούς της Ιεραρχίας ώσπου αξιώθηκε να γίνει Αρχηγός της Χωροφυλακής. 
Οι δύο φίλοι δεν ξεχάστηκαν όμως. Διατηρούσαν πάντα καλές σχέσεις. Ο Νίκος Κουτσιανάς, βέβαια, δεν ξέχασε ούτε το Φανάρι, όπου εκεί πέρασε τα μαθητικά και καθοριστικά χρόνια της ζωής του. Ακόμη θυμάται την οικογένεια Λαλιώτη, στο σπίτι της οποίας έμενε σαν μαθητής. Σήμερα στη δύση της ζωής του, το έδειξε αυτό εμπράκτως. Δώρισε τις υπηρεσιακές του στολές, καθώς και τα παράσημά του στο Μουσείο Φαναρίου. Τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό και του ευχόμαστε ολόψυχα να έχει υγεία και μακροζωία. 
Στην οικογένεια του Νικήστρατου εύχομαι να κληρονομήσουν τα χαρίσματά του και να έχουν όλοι υγεία και μακροζωία και να τον θυμούνται πάντα.


Ο υπεύθυνος του Μουσείου 

Απόστολος Φλωριδης
Νίκος Κουτσιανάς

Νικήστρατος Παλάντζας