Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

Ο τρύγος

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ Ο ΤΡΥΓΗΤΗΣ
Ο τρυγητής είναι η πιο γνωστή και διαδεδομένη ονομασία του μήνα Σεπτεμβρίου στο λαϊκό καλαντάρι και συνδέεται φυσικά με τον τρύγο που γίνεται αυτό τον μήνα (σε κάποιες λίγες περιπτώσεις μπορεί να άρχιζε και τον Αύγουστο).

Ο τρύγος (τρυγητός, τρύος, βεντέμα, καμπανολόημα) είναι μία εποχιακή εργασία η οποία απαιτεί πολλά χέρια και ανέκαθεν στηρίζονταν στη συλλογική συμμετοχή, στην αλληλοβοήθεια όλων των χωρικών. Στις τοπικές αγροτικές κοινωνίες ο τρύγος αποτελούσε μία γιορτή, ένα πανηγύρι και συμμετείχε σε αυτόν ολόκληρο το χωριό, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Και αυτή η συλλογικότητα συνοδευόταν από αισθήματα χαράς, αισθήματα που έδιναν ένα διαφορετικό νόημα στο περιεχόμενο της εργασίας όπως το βιώνουμε σήμερα, ως μία πράξη αλλοτρίωσης και καταναγκασμού, απαραίτητη για να επιβιώσουμε.

Η ημέρα του τρύγου συνήθως ήταν αργία και τα παιδιά του χωριού συμμετείχαν με τραγούδια και χαρές. Στην ουσία εκείνη η μέρα ήταν μία ζωντανή επαφή των παιδιών με τη φύση, τη γη και την καλλιέργειά της. Οι ηλικιωμένοι της οικογένειας συμμετείχαν με τον δικό τους τρόπο. Για παράδειγμα στην Κοζάνη ο παππούς έπλεκε μικρά καλαθένια καλαθάκια τα οποία τα έδινε στα μικρά παιδιά για να τρυγήσουν και αυτά. Οι γυναίκες ετοίμαζαν από το προηγούμενο βράδυ το κολατσιό της ημέρας που ξημέρωνε, ενώ συμμετείχαν και στην αλυσίδα του τρύγου. Σε πολλές αγροτικές κοινότητες του ελλαδικού χώρου η προετοιμασία για τις ημέρες του τρύγου μπορεί να ξεκινούσαν και ένα μήνα νωρίτερα.

Η κοινότητα έδινε μεγάλη σημασία στον τρύγο. Είναι γνωστή η φράση «θέρος, τρύγος, πόλεμος» που συναντούσες συχνά στις συζητήσεις. Αντικατοπτρίζει τόσο την ένταση της προετοιμασίας για εκείνη την περίοδο, όσο και το αναπόφευκτό της αναβολής της. Με λίγα λόγια μία λαϊκή κουλτούρα στήθηκε γύρω από τον τρύγο. Με τις «μαγευτικές» τις προεκτάσεις. Στην Λευκάδα δεν άρχιζαν ποτέ τον τρύγο το Σάββατο αλλά ούτε την Τρίτη «γιατί έχει μία ώρα κακή και δεν ξετρυγάνε ποτέ». Στην Ικαρία φρόντιζαν να αρχίζουν Τετάρτη. Στην Λέρο πρόσεχαν «ποια μέρα έπεσε του Αϊ Γιαννιού του Λιοτροπιού και άρχιζαν την επομένη».

Ο χρόνος του τρυγήματος

Τα σταφύλια που προορίζονται για μάζεμα πρέπει να είναι ώριμα. Ο βαθμός ωριμότητάς τους βρίσκεται είτε εμπειρικά με το μάτι, είτε με τη δοκιμή της γεύσης τους, είτε με τη χημική μέθοδο της πυκνομέτρησης (γραδάρισμα). Εδώ σημασία έχει και ο τελικός προορισμός του σταφυλιού. Σταφύλια που προορίζονται για την παρασκευή γλυκού κρασιού το τρύγισμα γίνεται όσο πιο αργά γίνεται για να έχουν υψηλό ποσοστό ζαχάρου. Αντιθέτως, αυτά τα οποία προορίζονται για λευκά αφρώδη κρασιά και απαιτούν μεγαλύτερη οξύτητα, το τρύγισμά τους γίνεται νωρίτερα.

Από τον μούστο στο κρασί

Μετά το τρύγισμα τα σταφύλια οδηγούνται στα πατητήρια για σύνθλιψη. Η μεταφορά αυτή κάποτε γινόταν με τη χρήση κοφινιών που φορτώνονταν σε ζώα και κάρα. Το πατητήρι διαφέρει από περιοχή σε περιοχή ως προς το σχήμα και την χωρητικότητά του. Αλλού είναι κτιστή παραλληλεπίπεδη δεξαμενή με κλίση του δαπέδου προς την πλευρά απ’ όπου εξέρχεται ο μούστος, αλλού είναι ένας ξύλινος ή πλεχτός φορητός κάδος που τοποθετείται, κατά το πάτημα, πάνω σε κτιστή δεξαμενή μέσα στην οποία ρέει ο μούστος. Ο μούστος μεταφέρεται και αποθηκεύεται σε μεγάλα ξύλινα βαρέλια (η χωρητικότητά τους μπορεί να ξεπερνάει και τα 1.000 λίτρα κρασιού) τα οποία έχουν πλυθεί με αρωματικά φυτά (π.χ. φύλλα και φλοιοί καρυδιάς και συκιάς) και έχουν απολυμανθεί με θειάφι ή έχουν ρετσινωθεί. Εκεί μέσα ο μούστος βράζει, γίνεται η ζύμωσή του, τα ζάχαρα μετατρέπονται σε οινόπνευμα και στη συνέχεια γίνεται το κρασί. Από εκεί και πέρα για τη συντήρησή του κρασιού χρησιμοποιούνται διάφορες πρακτικές που διαφέρουν από τόπο σε τόπο. Η πιο συνηθισμένη είναι να το βαρέλι να παραμένει ανοιχτό για 40 ημέρες και να σφραγίζεται στη συνέχεια. Μία άλλη παράδοση θέλει τα βαρέλια να ανοίγονται και να δοκιμάζονται την ημέρα του αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου) ή την ημέρα του αγίου Γεωργίου του Μεθυστή (στις 3 Νοεμβρίου).

Η σύγχρονη γεωργία


Η διαδικασία και η υποδομή που περιγράφηκε στις παραπάνω γραμμές αποτελούν μία ανάμνηση, για κάποιους πιο μακρινή για κάποιους πιο κοντινή. Η «εκσυγχρονισμένη» πλέον γεωργία απαιτεί γρήγορες, αγχωτικές κινήσεις από τους αμπελοκαλλιεργητές. Η επιμέρους βοήθεια που μπορούσε να προσφέρει η τεχνολογία σε διάφορα σημεία της αλυσίδας που περιγράφηκε παραπάνω, μετατράπηκε σε μία ολοκληρωτική καθυπόταξη της ανθρώπινης δραστηριότητας και αποξένωση από τη γη και τις ανάγκες της. Το ίδιο το άγχος της καθημερινής ζωής, το οποίο από τα αστικά κέντρα έχει διεισδύσει και στις αγροτικές κοινότητες, δεν αφήνει χώρο για… χορούς και πανηγύρια. Η συλλογικότητα και η αλληλοβοήθεια στις περισσότερες περιπτώσεις αντικαταστάθηκαν από την υποτιμημένη εργασία των μεταναστών.

Και κάπως έτσι συνεχίζουν οι καιροί μας. Με τους μεγαλύτερους να έχουν αναδιπλωθεί και να φυλάττουν τις αναμνήσεις τους για τις κουβέντες στο καφενείο ή τις διηγήσεις στους εγγονούς και τις εγγονές. Και κάποιους νεότερους -ακόμα λιγότεροι αυτοί- να έχουν μείνει με την απορία το πώς θα ήταν σήμερα η ζωή εάν κάποιες από εκείνες τις στιγμές επιχειρούσαμε επιμέρους να τις ξαναστήσουμε σήμερα.