Η καπνοκαλλιέργεια στο Φανάρι
Του Απόστολου Φλωρίδη
Του Απόστολου Φλωρίδη
Για πολλές δεκαετίες κύρια ασχολία των κατοίκων του χωριού μας ήταν η καπνοκαλλιέργεια. Ήταν η πιο δύσκολη και κοπιαστική δουλειά. Την αποκαλούσαν και «χτικιό» για να δείξουν πόσο επίπονη ήταν.
Εμείς οι παλαιότεροι θυμόμαστε τους πατεράδες μας που έκοβαν προσεκτικά τα φύλλα του καπνού που οι ίδιοι καλλιεργούσαν, με ένα ειδικό μαχαίρι την «κοσιά» σ’ ένα καθαρό ξύλο κοπής που χρησιμοποιούνταν μόνο γι’ αυτή τη δουλειά. Έκοβαν λοιπόν τα φύλλα και τα τοποθετούσαν σ’ ένα ειδικό σακουλάκι την «καπνοσακούλα». Δεν έκοβαν μεγάλη ποσότητα για να μην ξεθυμαίνει. Από εκεί έπαιρναν μια μικρή ποσότητα και την τοποθετούσαν σ’ ένα πολύ λεπτό χαρτάκι το «τσιγαρόχαρτο», αφού το δίπλωναν πρώτα και σάλιωναν με τη γλώσσα τους την μια άκρη του και το έστριβαν με προσοχή μέχρι να κολλήσει. Έστριβαν με τέχνη τα τσιγαρόχαρτα και έφτιαχναν τα τσιγάρα, τα οποία κάπνιζαν μανιωδώς.
Εδώ να σημειώσουμε ότι τα τσιγαρόχαρτα τα προμηθεύονταν μόνο από τις τοπικές αρχές (εφορία, κοινότητα κ.λπ.), κι αυτό το έκαναν για να ελέγχουν και να καταγράφουν (οι αρχές) τους καπνοκαλλιεργητές.
Η καλλιέργεια λοιπόν του καπνού διαρκούσε σχεδόν όλο το χρόνο. Άρχιζε από το Φεβρουάριο με τα «ουτζιάκια», δηλαδή τη δημιουργία φυτωρίων σε βραγιές. Όταν τα φυτά έφταναν γύρω στους 20 πόντους και κατά τον μήνα Μάιο άρχιζε το φύτεμα. Σε δύο περίπου μήνες και όταν το φυτό έφτανε το ένα περίπου μέτρο ξεκινούσε το μάζεμα. Από τα μεσάνυχτα οι γυναίκες με τα καντήλια ή τα φανάρια στα χέρια πήγαιναν στο χωράφι. Μάζευαν φύλλο-φύλλο τον καπνό και τον έκαναν χεριές. Έπαιρναν τις χεριές τις έκαναν δέματα, τα τύλιγαν με λινάτσα και τα φόρτωναν στα γαϊδούρια. Όλα αυτά έπρεπε να γίνουν πριν τις εννέα το πρωί. Πριν πιάσει η ζέστη. Όταν ο καπνός έφτανε στο σπίτι, μικροί και μεγάλοι στρώνονταν στο αρμάθιασμα. Τώρα χρειάζονταν μεγάλη προσοχή για να περάσει το κάθε φύλλο στη σακοράφα, όχι βέβαια όπου τύχει αλλά στο κοτσάνι. Όταν γέμιζε η σακοράφα, την άδειαζαν σε χοντρό και δυνατό σπάγκο και γίνονταν οι αρμαθιές, μήκους περίπου 1,50 μέτρου. Όταν τελείωνε το αρμάθιασμα, συνήθως αργά το απόγευμα, οι αρμαθιές πήγαιναν αμέσως για κρέμασμα στις λιάστρες και αφού, μετά από μέρες, ξεραίνονταν καλά, δέκα-δέκα σχημάτιζαν ένα τόπι. Τα τόπια παρέμειναν κρεμασμένα στις αποθήκες ή στους στάβλους μέχρι το φθινόπωρο.
Με τα πρωτοβρόχια λοιπόν μαλάκωναν τα τόπια. Τώρα άρχιζε ένας καινούργιος μπελάς, το πάτημα του καπνού στην κάσα για να γίνει δέματα. Το πάτημα ήταν λεπτή και σοβαρή δουλειά. Ξανά φύλλο-φύλλο περνούσε από τα χέρια των γυναικών, γινόταν η διαλογή, τα άχρηστα φύλλα τα πετούσαν και τα καλά τα τοποθετούσαν στην κάσα και πατιόταν από κάποιον άνδρα. Μεγάλος ανταγωνισμός γινόταν ποιος θα φτιάξει τον καλύτερο καπνό και τα καλύτερα δέματα.
Μετά τα Χριστούγεννα έφταναν οι έμποροι με τους αντιπροσώπους τους για να ελέγξουν και να αγοράσουν τα καπνά. Εδώ, πλέον, ήταν το μεγάλο χτυποκάρδι των κατοίκων. Υπήρχε φόβος η ταλαιπωρία μιας ολόκληρης χρονιάς να πάει χαμένη. Και δυστυχώς αυτό συνέβαινε πολύ συχνά. Οι έμποροι έπιαναν ένα-ένα τα δέματα του καπνού, έπαιρναν ένα δείγμα το μύριζαν και το κατέτασσαν σε κάποια κατηγορία. Όσο μικρότερη ήταν η κατηγορία στην οποία το κατέτασσαν τόσο πιο μικρή ήταν η τιμή που θα έδιναν στον δύστυχο αγρότη που περίμενε πώς και πώς να πάρει λίγα χρήματα για ν’ αντιμετωπίσει τα έξοδα της φαμελιάς του ή να κάνει τον γάμο της κόρης του. Επίσης δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι έμποροι έβγαζαν εντελώς άχρηστο τον καπνό. Τον άχρηστο τον έπαιρναν και τον έκαιγαν στον χώρο του Ιερού Ναού του Αγίου Σεραφείμ.
Τα πλείστα λοιπόν προβλήματα ανάγκασαν τους Φαναριώτες να εγκαταλείψουν την καλλιέργεια του καπνού και να αναζητήσουν άλλες ασχολίες, όπως το βαμβάκι, σιτάρι, καλαμπόκι κ.λπ.




















